Άρθρο 24 – Οικισμοί στερούμενοι νόμιμης έγκρισης

1. Τα όρια των περιοχών που χαρακτηρίζονται στον υπό ανάρτηση δασικό χάρτη ως δασικές και συγχρόνως περιλαμβάνονται
i. εντός οικισμών οι οποίοι δεν έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των π.δ/των της 19.7-25.7.1979 (Δ, 401), της 2.3-13.3.1981 (Δ, 138), ή της 24.4-3.5.1985 (Δ, 181) αλλά σύμφωνα με άλλες διατάξεις, ή
ii εντός των ορίων σχεδίων πολεοδομικών μελετών και σχεδίων πόλεως που δεν έχουν εγκριθεί,
επισημαίνονται με πορτοκαλί περίγραμμα και κίτρινη διαγράμμιση.
Για τις περιοχές αυτές είναι δυνατόν μετά την ανάρτηση του δασικού χάρτη να αναστέλλεται επί δύο (2) έτη, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η διαδικασία υποβολής αντιρρήσεων και η έκδοση ή η αναθεώρηση οικοδομικών αδειών. Η αναστολή μπορεί να παρατείνεται για ένα ακόμη έτος με απόφαση του ιδίου Υπουργού, εφόσον συντρέχει σπουδαίος λόγος.
2. Με μέριμνα του οικείου πρωτοβάθμιου ο.τ.α. συντάσσεται το αργότερο εντός εννέα (9) μηνών από την τελευταία ανάρτηση του δασικού χάρτη πλήρης έκθεση για τις περιοχές της προηγούμενης παραγράφου, όπου καταγράφονται τεκμηριωμένα:
α. οι υφιστάμενες χρήσεις,
β. ο χρόνος μεταβολής της δασικής μορφής, και
γ. αν η μεταβολή της δασικής μορφής επήλθε δυνάμει διοικητικών πράξεων που δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί. Ακριβή αντίγραφα των πράξεων αυτών ενσωματώνονται σε ειδικό παράρτημα της συντασσόμενης έκθεσης.
Κάθε αποδεικτικό των ανωτέρω στοιχείο υποβάλλεται από τους ενδιαφερόμενους στον οικείο πρωτοβάθμιο ο.τ.α, κατόπιν σχετικής προσκλήσεώς του, η οποία με μέριμνα του ο.τ.α. αναρτάται στο οικείο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και την ιστοσελίδα και δημοσιεύεται σε μία τοπική εφημερίδα και μία εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας, το αργότερο μέσα σε τρεις (3) μήνες από την τελευταία ανάρτηση του δασικού χάρτη.
Η διαδικασία ελέγχου, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την τεκμηρίωση της αιτίας μεταβολής της δασικής μορφής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα αρμόδια όργανα και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, καθορίζονται από προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
3. Η έκθεση του οικείου πρωτοβάθμιου ο.τ.α που συντάσσεται κατά την προηγούμενη παράγραφο, υποβάλλεται στα αρμόδια Δασαρχεία για τη διατύπωση γνώμης και στη συνέχεια αποστέλλεται στη Διεύθυνση Δασών της οικείας Περιφέρειας. Η Διεύθυνση Δασών διατυπώνει τη γνώμη της ως προς τη μεταβολή της δασικής μορφής και ο φάκελος προωθείται στο Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής για να γνωμοδοτήσει αν συντρέχουν προϋποθέσεις πολεοδόμησης. Η γνώμη κάθε υπηρεσίας παρέχεται μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της έκθεσης του ο.τ.α. σε αυτήν.
4. α. Μετά τη διατύπωση των γνωμών της προηγούμενης παραγράφου ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής εξετάζει τα στοιχεία του φακέλου και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο. Εφόσον ο δασικός χαρακτήρας της περιοχής έχει μεταβληθεί με πράξεις της Διοίκησης που δεν έχουν ακυρωθεί ή ανακληθεί και συντρέχουν προϋποθέσεις για την πολεοδόμησή της, ο Υπουργός εκδίδει διαπιστωτική πράξη, δημοσιευόμενη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για την περαίωση της διαδικασίας κύρωσης του δασικού χάρτη ως προς την περιοχή αυτή, και την έναρξη της διαδικασία πολεοδόμησής της, εξαιρουμένων των τμημάτων που διατηρούν το δασικό χαρακτήρα τους. Ειδικά για τα τμήματα αυτά η αναστολή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αίρεται αυτοδικαίως και εκδίδεται από τη Διεύθυνση Δασών της Περιφέρειας πρόσκληση για την υποβολή αντιρρήσεων κατά της διατάξεις των άρθρων 14 έως 19 του παρόντος νόμου.
β. Η πολεοδομική μελέτη που εκπονείται κατά την προηγούμενη περίπτωση εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Κατά την πολεοδόμηση,
i. τα αδόμητα τμήματα, ανάλογα του μεγέθους τους, είτε χαρακτηρίζονται υποχρεωτικά ως άλση και πάρκα, διεπόμενα από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, είτε διατηρούνται ως δασικές εκτάσεις εκτός σχεδίου, και
ii. καθορίζονται αυστηροί όροι και περιορισμοί δόμησης των πολεοδομούμενων τμημάτων για την ανάδειξη της δασικής βλάστησης.
γ. Η αναστολή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αίρεται αυτοδικαίως και στην περίπτωση που διαπιστώνεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής το μη επιτρεπτό της μεταβολής του δασικού χαρακτήρα της περιοχής, οπότε η διαδικασία κύρωσης του δασικού χάρτη συνεχίζεται με πρόσκληση των ενδιαφερομένων από τη Διεύθυνση Δασών της οικείας Περιφέρειας για την υποβολή αντιρρήσεων κατά τις διατάξεις των άρθρων 14 έως 19.
5. Από την ανάρτηση του δασικού χάρτη η έκδοση οικοδομικών αδειών για την εκτέλεση οποιουδήποτε έργου ή την ανέγερση ή επέκταση κατασκευής σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από αυτόν ως δασικές, επιτρέπεται μόνον σύμφωνα με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και ύστερα από άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, ακόμα και στην περίπτωση που η περιοχή τελεί υπό διαδικασία πολεοδόμησης.
6. Μέχρι την ανάρτηση και την κύρωση του αντίστοιχου δασικού χάρτη, η έκδοση νέων οικοδομικών αδειών ή αδειών επέκτασης σε εκτάσεις κείμενες εκτός σχεδίου ή εντός οικισμών οι οποίοι δεν έχουν οριοθετηθεί κατά τις διατάξεις των π.δ/των της 19.7-25.7.1979 (Δ, 401), της 2.3-13.3.1981 (Δ, 138), ή της 24.4-3.5.1985 (Δ, 181) ή έχουν οριοθετηθεί με άλλες διατάξεις ή με αποφάσεις που κρίθηκαν ανίσχυρες ή κρίθηκαν ότι έχουν εκδοθεί χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, επιτρέπεται μόνο αν βεβαιώνεται από το οικείο Δασαρχείο ότι ο χαρακτήρας τους δεν είναι δασικός.

  • 20 Ιουλίου 2010, 00:35 | ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΠΟΓΡΑΚΟΥ ΤΖΑΝΕΤΑΚΟΥ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Προτάσεις Δημάρχου Αγ. Στεφάνου κ. Παναγιώτη Βορριά στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος για το Πράσινο Ταμείο & τους Δασικούς Χάρτες
    (κατατέθηκαν στη δημόσια Διαβούλευση)

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    Αποστέλλουμε σχόλιο πρόταση μας για το προσχέδιο νόμου για την «Χρηματοδότηση Περιβαλλοντικών Παρεμβάσεων, Πράσινο Ταμείο, Κύρωση Δασικών Χαρτών και άλλες διατάξεις» ως έχουσες νόμιμο δικαίωμα και ειδικότερα ως συνιδιοκτήτες κατοικίας με οικόπεδο στην περιοχή Αγ. Στεφάνου αττικής.

    Πλέον των σχολίων που σας στέλνουμε αναφερόμαστε και στις αποφάσεις του ΣτΕ 6/1993, 723/1996, 3578/1996, 55/1993 ολομελ.

    Η οικία μας κατασκευάσθηκε το 1990 με νόμιμη οικοδομική άδεια η οποία εκδόθηκε επειδή ακριβώς η περιοχή στην οποία δομήσαμε την οικία δεν είχε δασικό χαρακτήρα.

    Πλέον της συνταγματικής προστασίας της ιδιοκτησίας, υπάρχουν και μια σειρά αποφάσεων του δικαστηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Στρασβούργου), το οποίο έχει ακυρώσει προηγούμενες αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων που είχαν εκδοθεί στο πνεύμα του προ-αναφερόμενου άρθρου 24 και για όμοιες συνθήκες δόμησης κατοικίας στην περιοχή της Αττικής (Χολαργός, Παπάγου).

    Με τιμή
    Ευγενία Μπογράκου Τζανετάκου
    Ειρήνη Μπογράκου Τζανετάκου
    Κατερίνα Μπογράκου Τζανετάκου

  • 19 Ιουλίου 2010, 23:59 | Σταύρος Τροχίδης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    ΠΡΟΣ
    1. Τον κ. Γ. Παπανδρέου, Πρωθυπουργό και κυρίως ως Βουλευτή Αττικής
    2. Την κ. Τ. Μπιρμπίλη, Υπουργό Π.Ε.Κ.Α.
    3. Τους κ.κ. Βουλευτές Αττικής, και κυρίως τον αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης κ. Θεόδωρο Πάγκαλο
    4. Τον κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Υπουργό Οικονομικών ( Για την πρόβλεψη κονδυλίων προς αποζημίωση των εκατοντάδων χιλιάδων θιγομένων από τις «ρυθμίσεις» του άρθρου 24 του προσχεδίου νόμου περί . . . πράσινου ταμείου κ.λπ. )
    Ανοιχτή επιστολή
    Σταύρου Τροχίδη, πολιτικού μηχανικού

    Εν συνεχεία της από 15.4.2010 Πολιτικής Επιστολής – Διοικητική Αίτηση Θεραπείας ( Α.Π. δικός σας 4287/27.4.2010 ) προσθέτω και τα εξής :
    Νομοτεχνικά Ζητήματα και Πολιτικές αναλύσεις με απλά λόγια
    Επί της ουσίας του θέματος πρέπει να πούμε ότι : το 1923 και με πολιτικοκοινωνικό φόντο τον συνωστισμό στην παραλία της Σμύρνης και τις άλλες γνωστές από ντοκιμαντέρ της εποχής εικόνες, θεσμοθετήθηκε το πληρέστερο ( ακόμη και μέχρι σήμερα ) πολεοδομικό νομοθέτημα ( το από 17.7/16.8.1923 ν.δ. ) που με απλά λόγια είπε το αυτονόητο. Είπε δηλαδή όποια πόλη ή οικισμός υπάρχει καλώς υπάρχει το κράτος δεσμεύεται σε ορισμένο χρόνο ( δεκαετία ) να τον αναπλάσει σχεδιασμένα αν όμως αυτό δεν γίνει δεν σημαίνει ότι οι οικισμοί αυτοί παραμείνουν στάσιμοι και θα πάψουν ν’ αναπτύσσονται ( Βλ. πέρα από το νόμο και Σ.τ.Ε. 1788/57, 995/65 κ.α. ). Ας σημειωθεί ότι κάτι σχεδόν ανάλογο είπε αργότερα και ο ν. 1337/83 και δημιουργήθηκαν οι οικισμοί κάτω των 2.000 κατοίκων του π.δ. του 1985 – φ.ε.κ. 181 τ. δ΄.
    Μ’ αυτά λοιπόν τα πολεοδομικά δεδομένα, και κυρίως – τα περισσότερα αν όχι όλα – χωρίς την αναγκαία κατά νόμον συνυπογραφή του αρμόδιου επί των δασών υπουργού, μπήκαν στο σχέδιο πόλης και οικοπεδοποιήθηκαν οι μέχρι τότε ακατοίκητες δασικές, κατά νόμον, εκτάσεις του Καστριού ( 700 τουλάχιστο στρέμματα ), Εκάλης ( 4.000 στρ. ), Διονύσσου – Περιοχή Αιολίδας ( 3.300 στρ. ), Σταμάτας μαζί με τους οικισμούς Προκόνησος, Εύξεινος Πόντος, Εφέδρων Αξιωματικών ( 800 στρ. ), Δροσιάς ( μαζί με τους οικισμούς Ρέας, Μεσσινίων κ.λπ. 1140 στρ. ), Ροδόπολη – Μπάλλα ( 300 στρ. ), Διεθνής Ιπποκράτειος Πολιτεία ( 7.000 στρ. ), Ντράφι ( Οικοδομικός Συνεταιρισμός Γεωργικών Υπαλλήλων “ Ο ΠΑΝ ” 3.600 στρ. ), Διώνης ( 2.500 στρ. ), Καλιτεχνιούπολη ( 870 στρ. ), Ν. Βουτζάς ( 1.870 στρ. ), Δικαστές και Εισαγγελείς ( 2.100 στρ. ), Θρακομακεδόνες ( 4.000 στρ. ) κ.λπ., κ.λπ.
    Απ’ την άλλη πλευρά ένας οικισμός ( τότε “ ΟΙΟΝ ” και ήδη Αγίου Στεφάνου και Ανοίξεως ) απέκτησε με τον ίδιο νόμο το πολεοδομικό κεκτημένο οικισμού προ του 1923 αναγνωρισμένο από το αρμόδιο επί πολεοδομικών ζητημάτων υπουργείο τουλάχιστο από τις 8.6.1940 και από το αρμόδιο επί των δασών υπουργείο τουλάχιστον από τις 31.5.1950 και έρχεται τώρα το ενιαίο υπουργείο Ε.Π.Κ.Α. με την υπουργό και τους συμβούλους της να τ’ αμφισβητήσει.
    Όταν επί εβδομήντα για να μην πώ ογδόντα και πλέον χρόνια τα φορολογούσανε σαν οικόπεδα για να πληρώσουμε τις υπερτιμολογήσεις και τα λαδώματα της SIEMENS, των οπλικών συστημάτων κ.λπ. ή για να τα στείλουνε στην Ελβετία ήτανε καλά και τώρα γίναμε « οικολόγοι » ;
    Περιττό να σας πω ότι όλες οι ακατοίκητες δασικές περιοχές που οικοπεδο-ποιήθηκαν χωρίς την συνυπογραφή του αρμοδίου επί των δασών υπουργού ( όπως το Καστρί, η Εκάλη κ.λπ. κ.λπ. ) δεν αντιμετωπίζουν κανένα πρόβλημα, γιατί άραγε ;
    Βεβαίως, πέραν των εμπόρων ( αυτών δηλαδή που χρηματοδοτούνται από το κράτος για τις οικολογικές τους πεποιθήσεις ) υπάρχει και άλλη κατηγόρια « οικολό-γων » και « προστατών του πράσινου », εκείνων δηλαδή που αφού πρώτα χτίσουν ε-ποφθαλμιούν στην συνέχεια το αδόμητο οικόπεδο του γείτονα τζάμπα ( η με τα λεφτά του δημοσίου ) σαν πλατεία η πάρκο ή – γιατί όχι – και σαν προσκύρωση στο δικό τους. Η πράξη αυτή πέρα από κοινωνικά κατακριτέα αποτελεί – από κάποιο σημείο και πέρα – και αδίκημα.
    Κυρία υπουργέ όταν άτομα αυτού του τύπου σας χειροκροτούν ψάξτε να βρείτε που είσθε λάθος.
    Επίσης πρέπει να ξέρετε ότι στην υπόθεση Αγίου Στεφάνου έχουν επενδύσει κατά καιρούς πολλοί θεσμικοί αλλά και εξωθεσμικοί – παραεξουσιαστικές οργανώσεις χρηματοδοτούμενες παντοιοτρόπως από το Δημόσιο για να εμπορεύονται ιδεολογία – παράγοντες, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, ημερήσια έντυπα εμπορίας οικολογίας, κρατικοδίαιτες παραεξουσιαστικές « οικολογικές » οργανώσεις κ.α., κ.α. γιατί το θέμα . . . πουλάει. Παρ’ όλα ταύτα άντεξε γιατί έχει το ισχυρότερο νομικοκοινωνικό οπλο-στάσιο που δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει.
    Πρέπει να τονιστεί ότι με το ζήτημα του Αγίου Στεφάνου – και με την κάθε είδους προπαγανδιστική ιδεολογία των οικολογούντων – ασχολήθηκαν υπουργοί και υπουργοί όπως ο Γ. Πλυτάς, ο Α. Τρίτσης, ο Σ. Μάνος, η Β. Παπανδρέου, ο Κ. Λαλιώτης, ο Γ. Σουφλιάς κ.λπ. οι οποίοι εν τέλει και αναγνώρισαν και αυτοί και οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου τα δίκαια του τόπου.
    Τέλος αυτά που πάτε να νομοθετήσετε χρειάζονται ανυπολόγιστες αποζημιώ-σεις το ξέρει αυτό το υπουργικό συμβούλιο και ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου ;

    19.7.2010
    Σταύρος Τροχίδης

  • 19 Ιουλίου 2010, 23:25 | ΚΟΝΤΟΜΗΤΡΟΥ ΦΙΛΙΤΣΑ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

  • 19 Ιουλίου 2010, 22:19 | Βουγιουκλή Κατερίνα
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Επιστολή Δημάρχου στη Διαβούλευση για τα όρια του οικισμού Αγ Στεφάνου
    14.07.10

    ΔΗΜΟΣ ΑΓ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ
    ΔΗΜΑΡΧΟΣ

    Άγιος Στέφανος: 14/07/2010

    Αγαπητέ Συμπολίτη,

    Το Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κατέθεσε σε δημόσια διαβούλευση, που λήγει τη Δευτέρα 19 Ιουλίου, το προσχέδιο Νόμου με τίτλο: «Χρηματοδότηση Περιβαλλοντικών Παρεμβάσεων, Πράσινο Ταμείο, Κύρωση Δασικών Χαρτών και άλλες Διατάξεις».

    Στο άρθρο 24 παράγραφος 1 εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις του μόνο οικισμοί που οριοθετήθηκαν με διατάξεις Π.Δ. του 1979 και όχι οικισμοί που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις.

    Στην περίπτωση του Αγίου Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιοριστεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο στο οποίο φαίνονται τα όρια του οικισμού.

    Ο Δήμος Αγίου Στεφάνου εμμένει στην ήδη εκφρασθείσα άποψη-θέση του, ότι έχει σαφή και αδιαπραγμάτευτα όρια οικισμού προϋφιστάμενα του 1923 τα οποία ουδέποτε ακυρώθηκαν ή ανακλήθηκαν και εξακολουθούν σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.

    Για την Πόλη του Αγίου Στεφάνου, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προϋφιστάμενων του 1923, που είχαν ήδη οριοθετηθεί. Πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθούν και οι περιπτώσεις οικισμών, που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    Οι θέσεις αυτές του Δήμου Αγίου Στεφάνου, όπως περιγράφονται αναλυτικά σε επισυναπτόμενο σημείωμα του Δημάρχου, κατατέθηκαν στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.opengov.gr, όπου διεξάγεται η διαβούλευση για το ανωτέρω νομοσχέδιο.

    Καλούμε τους δημότες μας να καταθέσουν και οι ίδιοι στην ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση αυτό το σημείωμα, ώστε να εκφρασθεί μαζικά και με ενιαίο τρόπο η άποψη των κατοίκων της πόλης μας γι΄ αυτό το καίριας σημασίας ζήτημα, που μας αφορά όλους.

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΡΡΙΑΣ

    ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

    Προτάσεις Δημάρχου Αγ. Στεφάνου κ. Παναγιώτη Βορριά στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος για το Πράσινο Ταμείο & τους Δασικούς Χάρτες
    (κατατέθηκαν στη δημόσια Διαβούλευση)

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:

    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:

    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :

    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

  • 19 Ιουλίου 2010, 22:36 | ΜΥΣΤΗΛΙΑΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 24

    Διαβάζοντας το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο και συγκεκριμένα το άρθρο 24 – οικισμοί στερούμενοι νόμιμης έγκρισης – συμπεραίνει κανείς με ευχέρεια από την παράγραφο 1 εδάφιο i, ότι η παρούσα Δ/ση του αρμοδίου Υπουργείου θεωρεί ότι από την ισχύ του Ν.Δ. 17-7-1923 « περί σχεδίων πόλεων , κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών» ( ΦΕΚ 228 Α /16-8-1923) μέχρι την ισχύ του Π.Δ. 19-7-1979 « περί τροποποιήσεως των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων των κειμένων εντός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών, των στερουμένων εγκεκριμένου ρυμ. Σχεδίου» ( ΦΕΚ 401Δ/25-7-79), τίποτα νόμιμο και τίποτα έγκυρο δεν έχει γίνει επί 56 χρόνια σ΄ αυτή την χώρα που να αφορά τον καθορισμό των ορίων του προ του 23 οικισμών σαν να είχε η χώρα , η κοινωνία, ο πληθυσμός ,παγώσει όπως στα παραμύθια και περίμενε 87 ολόκληρα χρόνια το μαγικό φιλί κάποιας «εμπνευσμένης » Δ/σης για να αναστηθούν τα πάντα και να αρχίσουν όλα από την αρχή, δηλαδή να επανακαθορισθούν τα όρια και οι χρήσεις των προ του 23 οικισμών κάτω από την «πεφωτισμένη» και αποκλειστική καθοδήγηση των δασικών υπηρεσιών και διάφορων αυτοαποκαλούμενων περιβαλλοντικών οργανώσεων .
    Δεν φαίνεται όμως από το νομοσχέδιο, πως θα παρακαμφθούν τα πολλά εκατομμύρια νόμιμες διοικητικές πράξεις όλων των κρατικών φορέων που έχουν καθορίσει εφάπαξ και που πιστοποιούν διαρκώς τα όρια των προ του 23 οικισμών ανά την Ελλάδα.
    Δεν φαίνεται επίσης να αντιμετωπίζεται από το νομοσχέδιο ο τρόπος που αυτές οι διοικητικές πράξεις θα κηρυχθούν συλλήβδην άκυρες ( ώστε να μεταμορφωθούν εν μια νυκτί τα οικόπεδα σε δάση ) και κατά συνέπεια πως θα αποζημιωθούν οι εξαπατηθέντες από το κράτος ιδιοκτήτες που νόμιμα κατέχουν οικοδομήσιμη γη (οικόπεδα) εντός οικισμού και θα βρεθούν με παράνομα δασοτεμάχια, καθώς και από πού θα προκύψουν οι πόροι αλλά και ποια φυσικά και νομικά πρόσωπα θα έχουν την ευθύνη και τις νομικές συνέπειες για τις αποφάσεις αυτές.
    Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς σε τεχνικά και νομικά θέματα των οικισμών γιατί αυτά έχουν ήδη εξαντληθεί από άλλους διαβουλευόμενους , δεν μπορώ όμως να μην αναρωτηθώ πως θα κηρυχθεί άκυρη ( ; ), παράνομη ( ; ) , ως μη υφιστάμενη ( ; ) η πράξη του Γραφείου Σχεδίου Πόλεων Αττικοβοιωτίας υπ. αρ. 12033/8-6-1940 που αφορά τα όρια του προ του 23 οικισμού του Αγ. Στεφάνου Αττικής.
    Η πράξη αυτή είναι καθόλα νόμιμη και ισχυρή αφού εκδόθηκε από το αρμόδιο για το σκοπό αυτό όργανο βάσει των εξουσιοδοτικών διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 14 του Ν.Δ. 17-7-1923 και ουδέποτε κρίθηκε από το ΣτΕ ή άλλο δικαστήριο ή αρχή, ως μη νόμιμη ή ανίσχυρη.
    Εν κατακλείδι πιστεύω ότι με την προικοδότηση των οικισμών προ του 23 με σχέδιο πόλης, χωρίς αποκλεισμούς αλλά με χαμηλούς Συντελεστές Δόμησης και χαμηλό ποσοστό κάλυψης επιτυγχάνεται χωρίς μεγάλες αντιθέσεις και απαιτήσεις αποζημίωσης η βελτίωση των περιβαλλοντικών και οικιστικών συνθηκών εντός των προ του 23 οικισμών , πράγμα που εάν είχε γίνει από το 1992 στον Αγ. Στέφανο με την τότε προτεινόμενη πολεοδομική μελέτη θα είχαν σωθεί αρκετές χιλιάδες δένδρα.
    Όσο αφορά την δράση και την απασχόληση των δασικών υπηρεσιών και των διαφόρων αυτοαποκαλούμενων περιβαλλοντολογικών οργανώσεων , υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό στα υφιστάμενα δάση, στις εκτός σχεδίου πόλης και εκτός ορίων οικισμών περιοχές , τα οποία καθημερινά καίγονται, καταπατώνται, δομούνται αυθαιρέτως, φυτεύονται με καλλιέργειες , με μια λέξη καταστρέφονται, αλλά περιέργως οι ανωτέρω αλληθωρίζουν και κοιτούν αλλού να βρουν δάση προς προστασία .
    Θεωρώ λοιπόν ότι είναι ευκαιρία η παρούσα Δ/ση του ΥΠΕΚΑ να προωθήσει σχέδια πόλης , εντός των υφισταμένων ορίων προ του 23 οικισμών, λαμβάνοντας υπόψη πέραν των άλλων και την υφιστάμενη δασική νομοθεσία ( Ν. 998/79 ΦΕΚ 289 Α /29-12-1979 ) και συγκεκριμένα το εδάφιο ε της παραγράφου 6 του άρθρου 3, σύμφωνα με την οποία «οι περιοχές σχεδίων πόλεων και των οικισμών των προ του έτους 1923 , δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τας διατάξεις περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας» και συνεπώς η πολεοδόμηση των οικισμών με χαμηλή δόμηση και κάλυψη είναι η μοναδική λύση.

  • 19 Ιουλίου 2010, 22:28 | Σοφία Βαρώνη- Σόνια Van Holstein, κάτοικοι Αγίου Στεφάνου
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Προσυπογράφουμε το κείμενο του κου Βεργή, το οποίο παραθέτουμε κατωτέρω:
    Με το άρθρο 24 του νόμου, καταργούνται ουσιαστικά οι οικισμοί προ του 1923, και μετατρέπονται σε περιοχές εκτός σχεδίου με ειδικούς όρους δόμησης. Κάθε έκδοση αδείας οικο-δομής θα είναι αδύνατη για πολλά χρόνια και έως για πάντα (η κύρωση των δασικών χαρτών μετά την εξάντληση των ενδίκων μέσων μπορεί να φτάσει και τα δέκα χρόνια).
    Εδώ τίθεται εύλογα το ερώτημα. Ποιος δίνει την εντολή να συνταχθεί δασολόγιο μέσα στον οικισμό ή σε τμήμα του οικισμού, και με τι κριτήρια προσδιορίζεται διότι κατ’ αυτό τον τρόπο καθορίζοντας εμμέσως και τα όριά του οικισμού ;
    Εάν είναι ο Υπουργός, μπορεί εύκολα να λύσει το πρόβλημα με το να μη συνταχθεί δα-σολόγιο μέσα στον οικισμό. Εάν είναι –μεταξύ των άλλων- η Διεύθυνση Δασών και το Δασαρ-χείο Πεντέλης, τότε αυτές οι υπηρεσίες, ειδικά για τον Άγιο Στέφανο, έχουν τοποθετηθεί τουλάχιστον από το έτος 1950. Συγκεκριμένα, με την 78384/31.5.1950 Απόφαση του Υπουρ-γού Γεωργίας, επετράπη η ρυμοτόμηση η κατάτμηση και η ανοικοδόμηση εκτάσεως, επειδή αυ-τή ενέπιπτε εντός των ορίων του οικισμού Οίον (σήμερα Άγιος Στέφανος και Άνοιξη) όπως αυτά καθορίστηκαν με την 12033/1940 Απόφαση.
    Στα μετέπειτα χρόνια, η περιοχή αντιμετωπίστηκε ως οικιστική από το Δασαρχείο Πεντέλης και γι’ αυτό δεν εφαρμόστηκε ο Ν. 998/79 (που ορίζει κατεδάφιση κτισμάτων σε δασική έκταση). Η περιοχή δε του οικισμού που κάηκε τον Αύγουστο του 2009, δεν κηρύχθη-κε αναδασωτέα, όπως προφορικά τουλάχιστον διαβεβαίωσε εμένα και άλλους πολίτες το Δα-σαρχείο Πεντέλης, ενώ αναμένεται και έγγραφη απάντηση.
    Αντιθέτως, κανένα εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως περιοχών ομόρων ή και μακρύτερα του Αγίου Στεφάνου, όπως Προκόνησος, Εύξεινος Πόντος, Διόνυσος, Δροσιά, Εκάλη, Καστρί, Πολιτεία κλπ., δεν έχει προσυπογραφεί από τον Υπουργό Γεωργίας. Επειδή λοιπόν κανένα ε-γκεκριμένο σχέδιο από τα παραπάνω δεν είναι νόμιμο, για λόγους ίσης μεταχείρισης κυρία Υ-πουργέ, πρέπει να δώσετε εντολή ότι για την έκδοση αδείας οικοδομής στις εν λόγω περιοχές και για την διάσωση των «δασικών θυλάκων» θα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να προσκομίζουν βεβαίωση του Δασαρχείου.
    Επειδή η διοίκηση πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια, είναι αδιανόητο να καταργού-νται οι οικισμοί προ του 1923, οι οριοθετηθέντες νομίμως πριν το Ν. 947/79, ενώ χτίζονται τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 του από 13.3.1981 Π.Δ. (ΦΕΚ 138Δ/81). Επίσης, επειδή η διοίκηση πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια, πρέπει κυ-ρία Υπουργέ να μελετήσετε τις απόψεις του Υπουργείου σας για τον οικισμό του Αγίου Στεφά-νου (εισήγηση της διεύθυνσης πολεοδομικού σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ προς το Κ.ΣΧΟΠ. για την ένταξη της πρώτης πολεοδομικής ενότητας του οικισμού Αγίου Στεφάνου σε σχέδιο πόλης) και όχι να ασπάζεστε μονομερώς τις απόψεις του Συμβούλου σας, που τυγχάνει και εις εκ των συντακτών του περίφημου πορίσματος «καταπέλτη» του Συνηγόρου του Πολίτη.
    Ειδικά δε για την περίπτωση του Αγίου Στεφάνου, μέγιστη ανοικοδόμηση έγινε κατόπιν ατομικών αυτοψιών υπαλλήλων του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου και ερεύνης, συντάξεως εκθέσεων κ.λπ. πράξεων κατά το σκεπτικό των αποφάσεων του Σ.τ.Ε. ( 2029, 2033/1978 κ.λπ. ). Προσθέτως και υπό το πρίσμα της προηγουμένης νομολογίας και των προδιαληφθει-σών ατομικών βεβαιώσεων έχει εκδοθεί το 916/26.7.1996 έγγραφο του αρμοδίου Πολεοδομι-κού Γραφείου Καπανδριτίου το οποίο ισχυροποιεί τα κατά την νομολογία πραγματικά όρια του οικισμού Αγίου Στεφάνου.
    Τέλος, οι «θύλακες» που διατηρούν τον δασικό τους χαρακτήρα (όπως εύκολα και α-νώδυνα χαρακτηρίζονται και στην ουσία δημεύονται) είναι περιουσίες πολιτών και η περιουσία είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Και ναι μεν το δικαίωμα αυτό μπορεί να μην αναγνωρίζεται στην Ελλάδα, όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει υποχρεώσει το Ελ-ληνικό Δημόσιο (δηλαδή του Έλληνες φορολογούμενους) σε καταβολή τεραστίων αποζημιώσε-ων σε ανάλογες περιπτώσεις.

  • 19 Ιουλίου 2010, 22:22 | Αρης Ταλιάκης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Το Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κατέθεσε σε δημόσια διαβούλευση, που λήγει τη Δευτέρα 19 Ιουλίου, το προσχέδιο Νόμου με τίτλο: «Χρηματοδότηση Περιβαλλοντικών Παρεμβάσεων, Πράσινο Ταμείο, Κύρωση Δασικών Χαρτών και άλλες Διατάξεις».

    Στο άρθρο 24 παράγραφος 1 εξαιρούνται από τις ρυθμίσεις του μόνο οικισμοί που οριοθετήθηκαν με διατάξεις Π.Δ. του 1979 και όχι οικισμοί που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις.

    Στην περίπτωση του Αγίου Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιοριστεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο στο οποίο φαίνονται τα όρια του οικισμού.

    Ο Δήμος Αγίου Στεφάνου εμμένει στην ήδη εκφρασθείσα άποψη-θέση του, ότι έχει σαφή και αδιαπραγμάτευτα όρια οικισμού προϋφιστάμενα του 1923 τα οποία ουδέποτε ακυρώθηκαν ή ανακλήθηκαν και εξακολουθούν σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.

    Για την Πόλη του Αγίου Στεφάνου, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προϋφιστάμενων του 1923, που είχαν ήδη οριοθετηθεί. Πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθούν και οι περιπτώσεις οικισμών, που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    Οι θέσεις αυτές του Δήμου Αγίου Στεφάνου, όπως περιγράφονται αναλυτικά σε επισυναπτόμενο σημείωμα του Δημάρχου, κατατέθηκαν στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.opengov.gr, όπου διεξάγεται η διαβούλευση για το ανωτέρω νομοσχέδιο.

    Καλούμε τους δημότες μας να καταθέσουν και οι ίδιοι στην ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση αυτό το σημείωμα, ώστε να εκφρασθεί μαζικά και με ενιαίο τρόπο η άποψη των κατοίκων της πόλης μας γι΄ αυτό το καίριας σημασίας ζήτημα, που μας αφορά όλους.

    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΡΡΙΑΣ

    ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

    Προτάσεις Δημάρχου Αγ. Στεφάνου κ. Παναγιώτη Βορριά στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος για το Πράσινο Ταμείο & τους Δασικούς Χάρτες
    (κατατέθηκαν στη δημόσια Διαβούλευση)

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:

    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:

    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :

    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

  • 19 Ιουλίου 2010, 21:43 | ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Τι προσπαθεί να πετύχει η υπουργός στον Άγιο Στέφανο; Να χαρακτηρίσει ξαφνικά τους νομοταγείς πολίτες παράνομους καταπατητές; Εγώ και η οικογένειά μου πριν 25 χρόνια με δάνειο το οπoίο δεν έχουμε εξοφλήσει ακόμα χτίσαμε το σπίτι στο οποίο μεγαλώσαμε τα παιδιά μας και στο οποίο μένουμε ακόμα. Το σπίτι αυτό κτίστηκε με νόμιμη άδεια από την πολεοδομία στην οποία καταβάλαμε το προβλεπόμενο αντίτιμο. Κατά καιρούς το κράτος απαίτησε και άλλα ποσά για αυτό το σπίτι (ΕΤΑΚ) κτλ τα οποία και καταβάλαμε επειδή θεωρούμε ότι κάθε νομοταγής πολίτης φροντίζει να είναι καθαρός προς τις υποχρεώσεις του. Ξαφνικά, επειδή κάποιοι το θέλουν ο νομοταγής γίνεται παράνομος με προβλήματα, παρόλο το ότι έχει φροντίσει να είναι υπεύθυνος και σωστός.
    Όχι δεν είμαστε παράνομοι σεβαστήκαμε τους Νόμους και τους τηρήσαμε κατά γράμμα και δεν θα ανεχτούμε να μας υβρίζουν γιαυτό.

    Είμαστε στην κατηγορία των πολιτών που σέβονται το ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ και το αποδεικνύουμε με κάθε τρόπο συμμετέχοντας σε αποστολές αναδάσωσης αλλά και διατηρώντας μεγάλο κήπο με δένδρα μη εξαντλώντας τον συντελεστή δόμησης κτλ.!

    Συμφωνώ με τα σχόλια των περισσότερων συμπολιτών μου και, για το λόγο αυτό, ακολουθεί η επιστολή του Δημάρχου Αγίου Στεφάνου.

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

  • 19 Ιουλίου 2010, 21:04 | ΖΩΗ ΤΡΙΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    ΖΩΗ ΤΡΙΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
    ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΟΣ

  • 19 Ιουλίου 2010, 21:07 | ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΤΡΙΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

  • 19 Ιουλίου 2010, 21:22 | Παπανικολάου Νικόλαος, Ευαγγελία, Ραφαήλ, Ελένη
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Ιδιοκτήτες οικοπέδου οικισμού Αγ. Παρασκευής – Αγ. Στεφάνου επί των οδών Πάρνηθος & Ρόδων.

    Ως παθόντες που αγόρασαν οικόπεδο τον Σεπτέμβριο του 2000 ύστερα από πολλές στερήσεις και οικονομίες ετών, έχουμε να πούμε τα εξής:
    1. Το οικόπεδο αγοράστηκε με όλους τους ΝΟΜΙΜΟΥΣ όρους του κράτους (Πληρώθηκε κανονικά ΕΦΟΡΙΑ – ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ – ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ – ΥΠΟΘΥΚΟΦΥΛΑΚΙΟ – ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ).
    2. Τα συμβόλαιά μας γράφουν ότι είναι ΑΡΤΙΟ και ΟΙΚΟΔΟΜΙΣΙΜΟ και ότι ανήκει σε οικισμό προ του 1923.
    3. ΟΛΑ τα σπίτια που είναι χτισμένα στην περιοχή είναι με νόμιμες άδειες από την πολεοδομία του Καπανδριτίου.
    4. Όταν πήγαμε να βγάλουμε άδεια για να χτίσουμε το καλοκαίρι του 2005 μας πήραν λεφτά για την έκδοση της οικοδονικής άδειας και έπειτα μας λένε ότι λόγω απόφασης του ΣτΕ δεν μπορείτε να χτίσετε επειδή είναι αναδασωτέο από το 1982 με την απόφαση 244.
    5. Ακόμη και τώρα ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ κάθε χρόνο Ε.Τ.ΑΚ. και Τ.Α.Π.
    6. Τα τελευταία 5 χρόνια, από το 2005 δηλαδή, τρέχουμε ασταμάτητα σε πολιτικούς και σε δικηγόρους για να λύσουμε αυτό το άδικο για όλους, πρόβλημα. Οι μεν πολιτικοί όλο υπόσχονται, λέγοντας ότι ξέρουν το πρόβλημα και ότι θα το λύσουν, οι δε δικηγόροι είναι τρελαμένοι με όλες αυτές τις αποφάσεις που έχουν παρθεί από το κράτος και που η μία αναιρεί την άλλη και δεν υπάρχει κάτι ξεκάθαρο από νομικής πλευράς.

    Μπορεί να μας απαντήσει η κα Μπιρμπίλη που θα βρούμε το δίκιο μας και ποιος θα μας αποζημιώσει για όλη αυτή την κατάσταση;
    Οι γονείς μου έχουν αρρωστήσει όπως και πολλοί άλλοι με το ίδιο πρόβλημα. Με τις τελευταίες αποφάσεις της κα Μπιρμπίλη, αντί να μας λύσουν το θέμα και να μας αποζημιώσουν χρηματικά για όλη την ψυχική οδύνη που περνάμε ακόμα και τώρα, μας χειροτερεύουν την κατάσταση.

    Παρακάτω επαναδημοσιεύουμε το σχόλιο του Δημάρχου Αγίου Στεφάνου το οποίο και προσυπογράφουμε.

    Σχόλιο Δημάρχου:
    ΣΧΟΛΙΑ
    ΒΟΡΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
    ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.
    ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΟΡΡΙΑΣ
    ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

  • 19 Ιουλίου 2010, 20:49 | ΑΓΙΟΣΤΕΦΑΝΙΩΤΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Σας ενημερώνω ότι για τους ανθρώπους που ήδη υπέστησαν το πλήγμα να κηρυχθούν οι περιουσίες τους αναδασωτέες μετά την περυσινή φωτιά, έχει στηθεί μια «ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ» κατάθεσης ενστάσεων, οι οποίες στην πρώτη φάση τιμολογούνται 1.500 € εκάστη.
    Ο κόσμος εκβιάζεται να καταθέσει ενστάσεις κάτω από την απειλή ότι αν δεν γίνει αυτό , θα χάσουν τα σπίτια τους.
    Εκτιμώ ότι στο Νομοσχέδιο πρέπει να αναφέρεται σαφέστατα ότι οι όποιες ρυθμίσεις γίνουν, θα συμπεριλάβουν όλους τους πληγέντες και όχι μόνο εκείνους , που είχαν την οικονομική ευχέρεια ή εκβιάσθηκαν να καταθέσουν τις ενστάσεις.

  • 19 Ιουλίου 2010, 20:51 | ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΕΡΓΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Με το άρθρο 24 του νόμου, καταργούνται ουσιαστικά οι οικισμοί προ του 1923, και μετατρέπονται σε περιοχές εκτός σχεδίου με ειδικούς όρους δόμησης. Κάθε έκδοση αδείας οικο-δομής θα είναι αδύνατη για πολλά χρόνια και έως για πάντα (η κύρωση των δασικών χαρτών μετά την εξάντληση των ενδίκων μέσων μπορεί να φτάσει και τα δέκα χρόνια).
    Εδώ τίθεται εύλογα το ερώτημα. Ποιος δίνει την εντολή να συνταχθεί δασολόγιο μέσα στον οικισμό ή σε τμήμα του οικισμού, και με τι κριτήρια προσδιορίζεται διότι κατ’ αυτό τον τρόπο καθορίζοντας εμμέσως και τα όριά του οικισμού ;
    Εάν είναι ο Υπουργός, μπορεί εύκολα να λύσει το πρόβλημα με το να μη συνταχθεί δα-σολόγιο μέσα στον οικισμό. Εάν είναι –μεταξύ των άλλων- η Διεύθυνση Δασών και το Δασαρ-χείο Πεντέλης, τότε αυτές οι υπηρεσίες, ειδικά για τον Άγιο Στέφανο, έχουν τοποθετηθεί τουλάχιστον από το έτος 1950. Συγκεκριμένα, με την 78384/31.5.1950 Απόφαση του Υπουρ-γού Γεωργίας, επετράπη η ρυμοτόμηση η κατάτμηση και η ανοικοδόμηση εκτάσεως, επειδή αυ-τή ενέπιπτε εντός των ορίων του οικισμού Οίον (σήμερα Άγιος Στέφανος και Άνοιξη) όπως αυτά καθορίστηκαν με την 12033/1940 Απόφαση.
    Στα μετέπειτα χρόνια, η περιοχή αντιμετωπίστηκε ως οικιστική από το Δασαρχείο Πεντέλης και γι’ αυτό δεν εφαρμόστηκε ο Ν. 998/79 (που ορίζει κατεδάφιση κτισμάτων σε δασική έκταση). Η περιοχή δε του οικισμού που κάηκε τον Αύγουστο του 2009, δεν κηρύχθη-κε αναδασωτέα, όπως προφορικά τουλάχιστον διαβεβαίωσε εμένα και άλλους πολίτες το Δα-σαρχείο Πεντέλης, ενώ αναμένεται και έγγραφη απάντηση.
    Αντιθέτως, κανένα εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως περιοχών ομόρων ή και μακρύτερα του Αγίου Στεφάνου, όπως Προκόνησος, Εύξεινος Πόντος, Διόνυσος, Δροσιά, Εκάλη, Καστρί, Πολιτεία κλπ., δεν έχει προσυπογραφεί από τον Υπουργό Γεωργίας. Επειδή λοιπόν κανένα ε-γκεκριμένο σχέδιο από τα παραπάνω δεν είναι νόμιμο, για λόγους ίσης μεταχείρισης κυρία Υ-πουργέ, πρέπει να δώσετε εντολή ότι για την έκδοση αδείας οικοδομής στις εν λόγω περιοχές και για την διάσωση των «δασικών θυλάκων» θα πρέπει οι ενδιαφερόμενοι να προσκομίζουν βεβαίωση του Δασαρχείου.
    Επειδή η διοίκηση πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια, είναι αδιανόητο να καταργού-νται οι οικισμοί προ του 1923, οι οριοθετηθέντες νομίμως πριν το Ν. 947/79, ενώ χτίζονται τουλάχιστον τα τελευταία 30 χρόνια κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 του από 13.3.1981 Π.Δ. (ΦΕΚ 138Δ/81). Επίσης, επειδή η διοίκηση πρέπει να έχει συνέχεια και συνέπεια, πρέπει κυ-ρία Υπουργέ να μελετήσετε τις απόψεις του Υπουργείου σας για τον οικισμό του Αγίου Στεφά-νου (εισήγηση της διεύθυνσης πολεοδομικού σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ προς το Κ.ΣΧΟΠ. για την ένταξη της πρώτης πολεοδομικής ενότητας του οικισμού Αγίου Στεφάνου σε σχέδιο πόλης) και όχι να ασπάζεστε μονομερώς τις απόψεις του Συμβούλου σας, που τυγχάνει και εις εκ των συντακτών του περίφημου πορίσματος «καταπέλτη» του Συνηγόρου του Πολίτη.
    Ειδικά δε για την περίπτωση του Αγίου Στεφάνου, μέγιστη ανοικοδόμηση έγινε κατόπιν ατομικών αυτοψιών υπαλλήλων του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου και ερεύνης, συντάξεως εκθέσεων κ.λπ. πράξεων κατά το σκεπτικό των αποφάσεων του Σ.τ.Ε. ( 2029, 2033/1978 κ.λπ. ). Προσθέτως και υπό το πρίσμα της προηγουμένης νομολογίας και των προδιαληφθει-σών ατομικών βεβαιώσεων έχει εκδοθεί το 916/26.7.1996 έγγραφο του αρμοδίου Πολεοδομι-κού Γραφείου Καπανδριτίου το οποίο ισχυροποιεί τα κατά την νομολογία πραγματικά όρια του οικισμού Αγίου Στεφάνου.
    Τέλος, οι «θύλακες» που διατηρούν τον δασικό τους χαρακτήρα (όπως εύκολα και α-νώδυνα χαρακτηρίζονται και στην ουσία δημεύονται) είναι περιουσίες πολιτών και η περιουσία είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Και ναι μεν το δικαίωμα αυτό μπορεί να μην αναγνωρίζεται στην Ελλάδα, όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει υποχρεώσει το Ελ-ληνικό Δημόσιο (δηλαδή του Έλληνες φορολογούμενους) σε καταβολή τεραστίων αποζημιώσε-ων σε ανάλογες περιπτώσεις.

  • 19 Ιουλίου 2010, 20:42 | ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΣΚΕΛΙΟΥ ΠΟΡΟΥ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Υπουργείο Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (Άρθρο 24 Οικισμοί στερούμενοι νόμιμης έγκρισης)
    ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΑΣΚΕΛΙΟΥ ΠΟΡΟΥ
    Μοναστηρίου 30 Τ.Κ. 180 20
    Τηλ. 2298024419

    Αν στις οριοθετήσεις οικισμών σύμφωνα με άλλες διατάξεις της παρ. 1ί περιλαμβάνονται και οι οικισμοί που οριοθετήθηκαν σύμφωνα μς την νουμ. Ε22314/29.7.1964 απόφαση του Υφυπ. Δ. Ε. ως προϋφιστάμενοι του έτους 1923, προ της έναρξης της ισχύος του Συντ/τος του 1975, όπως οι οικισμοί Ασκέλι και Νεώριο του Δήμου Πόρου Τροιζηνία, έχουμε να σημειώσουμε αναφερόμενοι στο προσχέδιο νόμου «Χρημ/ση…κύρωση δασικών χαρτών και άλλες διατάξεις» άρθρο 24 παραγρ. 4/βι όσον αφορά τη τύχη των αδόμητων τμημάτων τα εξής:
    Α. 1. Οι οριοθετήσεις των οικισμών που μας αφορούν ήταν διαπιστωτικές πράξεις των ορίων και οικισμών που προϋφίσταντο του 1923 σύμφωνα με έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδ. Πειραιά.
    2. Σύμφωνα με το Ν. 998/79 άρθρο 3 παρ. 6 ε΄ «Δεν υπάγονται στις διατάξεις του αι περιοχαί που καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923».
    3. Η κρίση για το εάν στη θέση που θα ανεγερθεί η οικοδομή υπάρχει ή όχι οικισμός διαμορφωμένος προ του 1923, ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην Πολεοδομική Υπηρεσία που πρέπει να είναι αιτιολογημένη (ΣτΕ 1489/1984, 191/1998, 3534/1988, 1742/1994).
    Αναφέρουμε επίσης:
    Β. 1. Το έγγραφο νουμ. 25956/16.06.2006 του ΥΠ.ΠΕΧΩΔΕ Δ/νση Νομοθ. Εργου – Τμ. Νομικό – Συμβάσεων που μας αφορά.
    2. Την νουμ. 1286/2009 αποφ. του ΣτΕ (απώλεια του δασικού χαρακτήρα πριν την 11η Ιουνίου) 1975 εξαιτίας επεμβάσεων με βάσει διοικ. Πράξη).
    3. Τους πίνακες προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας του Υπ. Οικονομικών εις το οποίο οι οικισμοί «Νεώριο», «Ασκέλι», «Γκρεμίλες», «Πέρλια». «Συνοικισμός», αναφέρονται ως προϋφιστάμενοι του έτους 1923.
    Το θέμα των οικισμών αυτών το έχουμε θέσει με πληθώρα προγενέστερων εγγράφων μας στο Υπουργείο σας.
    (α. Εγγραφ. νουμ. 669/8.3.2000 Υφυπ. κ. Κολιοπάνο β. Εγγραφ. νουμ. 4770/6.11.03 Υφυπ. κ. Ροδούλα Ζήση γ. Εγγραφ. νουμ. 626/16.2.2007 Υφυπ. κ. Στ. Καλογιάννη).
    Στο Υπουργείο Γεωργίας:
    Α. Εγγραφ. νουμ. 3328/29.10.03 Υφυπ. κ. Χατζημιχάλη
    Β. Εγγραφ. νουμ. 3583/19.11.03 Υφυπ. κ. Χατζημιχάλη
    Στη Νομαρχία Πειραιά:
    Α. Εγγραφ. νουμ. 632/9.3.2000 και β. Εγγραφ. νουμ. 15/23.6.2008 ( RE 378855337 GR 22.7.2008 ).
    Kαταπιάνεσθε με την επίλυση του δασικού ζητήματος που είναι αδήρητη ανάγκη και που μέχρι σήμερα δεν λύθηκε για πάρα πολλούς λόγους που οι περισσότεροι δεν ήταν άδολοι. Εάν στ’ αλήθεια είναι επιθυμητό να εμπεδωθεί στη συνείδηση του Ελληνα πολίτη, το αίσθημα ασφαλείας, δικαίου και όχι «όποιος πρόλαβε Τον Κύριο είδε», η παράγραφος 4, βί του άρθρου 24 πρέπει να απαλειφθεί, γιατί είναι αδύνατο να πείσετε πως στην περίπτωση που δύο οικόπεδα είναι οικοδομημένα με οικοδομικές άδειες και όρους δόμησης οικισμού προ του 1923, το μεταξύ τους άκτιστο οικόπεδο θα πρέπει να χαρακτηρισθεί υποχρεωτικά όπως λέτε άλσος ή δασική έκταση εκτός σχεδίου.
    Πόρος, 19.07.2010
    Με τιμή για το σύλλογο Ιδιοκτητών Ασκελίου Πόρου Τροιζηνίας
    Δημήτριος Βαμβακάς.

  • 19 Ιουλίου 2010, 19:22 | ΤΡΙΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Είναι απαράδεκτο να θεωρούμαστε καταπατητές και παράνομοι, όταν οι κύριοι υπεύθυνοι για όλο αυτό το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου είναι οι υπηρεσίες και η μη συνεννόησή τους. Έχει ποτέ κανείς αναλογιστεί την ευθύνη όλων αυτών που εκδίδουν άδειες, ζητάνε χρήματα, τα παίρνουν και την ίδια στιγμή μας λένε καταπατητές ‘δασών’; Πώς είναι δυνατόν η πολεοδομία Καπανδριτίου που είναι υπεύθυνη για την περιοχή να εκδίδει άδειες χωρίς την έγκριση του δασαρχείου και σε μια περιοχή που θεωρείται προβληματική; Πώς η εφορία εισέπραττε το φόρο μεταβίβασης; Το δασαρχείο τόσα χρόνια που έβλεπε το πρόβλημα γιατί δεν αντέδρασε στο ξεκίνημα της ανοικοδόμησης της περιοχής; Ή μήπως ‘βολευόταν’ και αυτό με τον τρόπο του; Και φυσικά ας μη ξεχνάμε ότι τα χρήματα πάνε σε σας…το κράτος! Τώρα τι; Για λάθη δικά σας και αδυναμία δικιά σας και μόνο, να οργανωθείτε σωστά, θα πληρώσουμε και ΠΑΛΙ εμείς; Ας μας πει όμως κάποιος πως θα ξεπληρωθεί ο κόπος τόσων χρόνων…Ποιός θα αποπληρώσει τα δάνειά μας; Ήρθε η στιγμή λοιπόν για μία ίσως και πρώτη φορά να σκεφτείτε τι θα κάνατε εσείς στη θέση μας, όταν μέχρι τώρα κάνατε ότι σας έλεγαν οι υπηρεσίες του κράτους και ξαφνικά με τον προτινόμενο νόμο θεωρούσασταν παράνομοι και καταπατητές.
    Αν πάλι επιμένετε να αναδασώσετε, να μας αποζημιώσετε σύμφωνα με την αγοραστική αξία την οποία και θα διεκδικίσουμε νομικά και στη συνέχεια μπορείτε να κατεδαφίσετε περίπου 800 κατοικίες και να αναδασώσετε.
    Δώστε μία λύση επιτέλους και γρήγορα, αλλά αυτή τη φορά χωρίς να μας αδικήσετε!

    Προσυπογράφω και επισυνάπτω το σημείωμα του Δημάρχου Αγίου Σρεφάνου, κου Παναγιώτη Βορριά.

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

  • 19 Ιουλίου 2010, 19:08 | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    19 Ιουλίου 2010, 22:19 | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ Μόνιμος Σύνδεσμος Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.
    Αναφέρετε το Σχόλιο

  • 19 Ιουλίου 2010, 18:30 | Bασίλειος Χαριτόπουλος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Συνυπογράφω τα ακόλουθα.

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:

    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:

    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :

    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    Κἀτοικος Αγ.Στεφάνου
    Κορίνθου 15-17

  • 19 Ιουλίου 2010, 18:29 | Ιωαννής Χαριτόπουλος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Συνυπογράφω τα ακόλουθα.

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:

    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:

    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :

    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    Κἀτοικος Αγ.Στεφάνου
    Κορίνθου 15-17

  • 19 Ιουλίου 2010, 18:06 | Ζωή Ραμαντάνη
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Συνυπογράφω τα ακόλουθα.

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:

    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:

    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :

    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    Κἀτοικος Αγ.Στεφάνου
    Κορίνθου 15-17

  • 19 Ιουλίου 2010, 18:04 | Χριστίνα Χαριτοπούλου
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Συνυπογράφω τα ακόλουθα.

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:

    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:

    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :

    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

    Κἀτοικος Αγ.Στεφάνου
    Κορίνθου 15-17

  • 19 Ιουλίου 2010, 18:27 | Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί α) Αξιωματικών – Ανθυπασπιστών Χωροφυλακής, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Μ. Ασίας 9, ‘Ανω Ηλύσια, β) Μηχανικών – Υπομ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί
    α) Αξιωματικών – Ανθυπασπιστών Χωροφυλακής, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Μ. Ασίας 9, ‘Ανω Ηλύσια,
    β) Μηχανικών – Υπομηχανικών Ν. Κοζάνης, που εδρεύει στην Κοζάνη, οδός Δρίζη 1, Τ.Κ. 50100 και
    γ) Τραπεζικών Υπαλλήλων Β. Ελλάδος, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, Σπύρου Λούη 5, Τ.Κ. 54622 και εκπροσωπούνται νόμιμα.

    1. Είμαστε ιδιοκτήτες του Κτήματος «Κριαρίτσι» Σιθωνίας Χαλκιδικής από το έτος 1981, οπότε και το αγοράσαμε προκειμένου να αποκτήσουν τα 3.000 μέλη μας και οι οικογένειές τους μια αξιοπρεπή παραθεριστική κατοικία σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους, συμβάλλοντας στα μέτρα των δυνατοτήτων μας στον περιορισμό του φαινομένου της άναρχης και αυθαίρετης δόμησης πλησίον των ακτών της Χώρας μας και την ταυτόχρονη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Επισημαίνουμε, ότι η προσπάθειά μας έχει καθαρά κοινωνικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση κερδοσκοπικό. Με άλλες λέξεις, οι Συνεταιρισμοί μας αποσκοπούν αποκλειστικά στη διασφάλιση μιας εξοχικής κατοικίας για τα μέλη τους, χωρίς να αποβλέπουν στη δημιουργία οποιασδήποτε υπεραξίας ή κερδοσκοπίας.
    Το ως άνω κτήμα έχει έκταση 13.219 στρέμματα εκ των οποίων 5.344 στρέμματα χαρακτηρίσθηκαν χορτολιβαδική έκταση του άρθρου 3 παρ. 6β και 6γ του Ν. 998/79 με την υπ’ αριθ. 309/81 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πολυγύρου. Στην ως άνω έκταση πρέπει να προστεθεί και μία έκταση 538,313 στρεμμάτων που αποτελούν γεωργικές εκτάσεις του άρθρου 3 παρ. 6α του Ν. 998/79 δικής μας ιδιοκτησίας, οπότε η συνολική έκταση που δεν είναι δασική ανέρχεται σε 5882, 313 στρεμμάτων.
    2. Από την ως άνω έκταση των 5.882,313 στρεμμάτων τμήμα εμβαδού 5.775 στρεμμάτων κρίθηκε οικιστικά κατάλληλη με την υπ’ αριθμ. 46843/2719/8.6.1989 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.. Μετά την έγκριση της χωροθέτησης και οικιστικής καταλληλότητας της εν λόγω έκτασής μας αναθέσαμε την τοπογράφησή της, προκειμένου να εκπονηθεί η πολεοδομική μελέτη. Ακολούθως, εξεδόθη η υπ΄αριθμ. πρωτ. 2667/18-9-1991 Βεβαίωση του Δασάρχη Πολυγύρου, η οποία συνόδευε τους χάρτες με κλίμακα 1:5000 και 1:1000 και πιστοποιούσε την ορθότητα της οριογραμμής μεταξύ της αναδασωτέας και οικιστικής περιοχής.
    Έτσι, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 75664/4673/21.7.1992 Απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. με την οποία τροποποιήθηκε η ανωτέρω υπ’ αριθμ. 46843/2719/8.6.1989 Απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε..
    Στη συνέχεια ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης της ενλόγω έκτασής μας η οποία και ολοκληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 643/1993 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο άσκησε τον προβλεπόμενο προληπτικό έλεγχο νομιμότητας, οπότε με το από 10.9.93 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ 1188/1993 τ. Δ’) εγκρίθηκε η πολεοδομική μελέτη της έκτασης του Συνεταιρισμού μας για 5775 στρέμματα.
    3. Με την υπ’ αριθ. πρωτ. 19063 (20344)/20.10.1995 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. χορηγήθηκε Έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων (ΕΠΟ) για την κατασκευή έργων υποδομής και εργασιών πολεοδομίας για τον οικισμό μας, τα οποία και κατασκευάστηκαν, αξίας 50.000.000 € περίπου.
    4. Το Δασαρχείο Πολυγύρου, εκ των υστέρων αναιτιολόγητα και παρά την ύπαρξη προγενέστερων βεβαιώσεων και χαρακτηρισμών, που πιστοποιούσαν την ορθότητα της οριογραμμής της Πολεοδομικής Μελέτης μεταξύ δασικής και οικιστικής περιοχής, με διάφορα έγγραφά του αμφισβητεί σήμερα την οριογραμμή μεταξύ δασικής και οικιστικής περιοχής, με συνέπεια να τίθενται υπό αμφισβήτηση 347 περίπου στρέμματα, χαρακτηρίζοντας αυτά ως δασική έκταση, ήτοι 6,4% της συνολικής εκτάσεως, επί της οποίας έχουν, επίσης, εκτελεσθεί έργα υποδομής, παρά την ύπαρξη αντιθέτων θέσεων των Υπηρεσιών του πρώην Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., το οποίο εμμένει στη νομιμότητα της Πολεοδομικής Μελέτης.
    5. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα ζητήματα αυτά με το υπό διαβούλευση Προσχέδιο Νόμου και να επιλυθεί, μεταξύ άλλων, ένα ακόμα χρονίζον πρόβλημα, προτείνουμε:

    (α) στο άρθρο 23 του εν λόγω Προσχεδίου να προστεθεί παράγραφος 6, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
    «6. Κατά την κατάρτιση των Δασικών Χαρτών η Διεύθυνση Δασών της Περιφέρειας ή η Εταιρεία «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Α.Ε.» στην περίπτωση της παραγράφου 5 του άρθρου 13 αποτυπώνουν τα εγκεκριμένα όρια των οικισμών, τα όρια των εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών και ρυμοτομικών σχεδίων, σύμφωνα με τα χορηγηθέντα στοιχεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες των οικείων πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων Ο.Τ.Α., και από τις Διευθύνσεις Πολεοδομικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας και του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κτηματικής Αλλαγής.»,

    (β) στο άρθρο 24 παράγραφος 1, περίπτωση i και παράγραφος 6 του εν λόγω Προσχεδίου, να προστεθούν και οι οικισμοί που έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. της 16.8.1985 (ΦΕΚ Δ΄/416) για την “Πολεοδόμηση Περιοχών δεύτερης κατοικίας μέσα στις Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) και σχετικές ρυθμίσεις”, τροποποιούμενα ως ακολούθως:
    «1. Τα όρια των περιοχών που χαρακτηρίζονται στον υπό ανάρτηση δασικό χάρτη ως δασικές και συγχρόνως περιλαμβάνονται
    i. εντός οικισμών οι οποίοι δεν έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των π.δ/των της 19.7-25.7.1979 (Δ΄ 401), της 2.3-13.3.1981 (Δ΄ 138), της 24.4.-3.5.1985 (Δ΄ 181) ή της 16.8.-30.8.1985 (Δ΄ 416) αλλά σύμφωνα με άλλες διατάξεις, ή ……» και
    «6. Μέχρι την ανάρτηση και την κύρωση του αντίστοιχου δασικού χάρτη, η έκδοση νέων οικοδομικών αδειών ή αδειών επέκτασης σε εκτάσεις κείμενες εκτός σχεδίου ή εντός οικισμών οι οποίοι δεν έχουν οριοθετηθεί κατά τις διατάξεις των π.δ/των της 19.7-25.7.1979 (Δ΄ 401), της 2.3-13.3.1981 (Δ΄ 138), της 24.4.-3.5.1985 (Δ΄ 181) ή της 16.8.-30.8.1985 (Δ΄ 416) ή έχουν οριοθετηθεί με άλλες διατάξεις, ή ……» και

    (γ) στην παράγραφο 6 του άρθρου 25 του εν λόγω Προσχεδίου, με την οποία αντικαθίσταται η παράγραφος 18 του άρθρου 28 του Ν. 2664/1998, να προστεθεί στην περίπτωση β΄ αριθμός iii, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
    «iii. Οι πράξεις της Διοίκησης με τις οποίες έχουν εγκριθεί τα όρια των οικισμών, τα όρια των εγκεκριμένων πολεοδομικών μελετών και ρυμοτομικών σχεδίων, κατά των οποίων δεν εκκρεμεί ένδικο βοήθημα ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων ή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή του.».

  • 19 Ιουλίου 2010, 17:12 | ΑΛΕΞΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:

    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:

    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :

    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.

  • 19 Ιουλίου 2010, 17:26 | ΝΙΚΟΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Μετα λύπης μου για άλλη μια φορά, διαβάζοντας το παρον άρθρο αυτού του νομοσχεδίου, βλέπω ότι συστηματικά και μεθοδευμένα χωρίζει τους πολίτες σε δύο κατηγορίες, σε αυτούς που ήταν τυχεροί και πρόλαβαν και σε αυτούς που »ας πρόσεχαν, δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν>.
    Η αδικία και η παραφροσύνη των κρατικών υπηρεσιών και κυβερνώντων αυτής της χώρας είναι πια στο μεγαλείο της.
    Πείτε μας κα Υπουργέ
    Εγώ που αγόρασα τα τελευταία χρόνια ένα οικόπεδο εντός οικισμού, που πλήρωσα και συνεχίζω να πληρώνω τους αναλογούντες φόρους για το συγκεκριμένο οικόπεδο που είναι εντός οικισμού , που πήρα βεβαίωση οικοδομισιμότητας από την οικεία πολεοδομία με συγκεκριμένους όρους δόμησης (εντός οικισμού και όχι εκτος σχεδίου), που έγινε νόμιμη μετεγγραφή στο αρμόδιο υποθυκοφυλάκειο, που΄έγινε αυτοψία από την εφορία για την αγοραπωλησία του, κλπ τι θα κάνω τώρα που με ευθύνη των εμπλεκόμενων υπηρεσιών έρχεστε και μου λέτε ότι το οικόπεδο σου δυστυχώς είναι σε »παράνομο οικισμό», ότι το δασρχείο το χαρακτηρίζει ως »δασική έκταση», ότι ας είναι χτισμένα νομίμως με άδεια τα πέριξ του οικοπέδου σου και όχι με καταπατήσεις και αυθαιρεσίες, ότι ας υπάρχει μπροστά του οικοπέδου σου δημοτικός δρόμος με δίκτυα κοινωφελή, και ότι ας πληρώνεις δημοτικά τέλη.Τί θα κάνετε με τέτοιες περιπτώσεις, θα προβείτε σε αποζημίωσεις, θα συνεχίσετε να επικαλείστε τα »ανισχυρα Π.Δ», τις έκνομες αποφάσεις περι οριοθέτησης-επέκτασης οικισμών προηγούμενων νομαρχών, περιφερειαρχών, ή άλλων υπηρεσιακών παραγόντων, ή θα βρώ το δίκιο μου στα ευρωπαικά δικαστήρια, ή θα περιμένω άλλα δέκα χρόνια με την έλλειψη πολιτικής βούλησης να επιλυθούν τέτοιου είδους θέματα που ανέκυψαν εξαιτίας της δυσλειτουργίας, της ανευθυνότητας, της ανικανότητας και της προχειρότητας των διαφόρων προηγούμενων κρατικών φορέων.
    ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ Η ΛΥΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΟΥΤΕ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ, ΟΥΤΕ ΝΟΜΟΘΕΤΚΗ ΟΥΤΕ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ
    Α) ΝΑ ΣΥΜΠΕΡΙΛΗΘΦΟΥΝ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΟΛΑ ΜΗΔΕΝΟΣ ΕΞΑΙΡΟΥΜΕΝΟΥ ΤΑ Π.Δ -ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ-ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΛΠ ΠΟΥ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΑΝ ΚΑΛΩΣ Ή ΚΑΚΩΣ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ
    Β) ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΚΥΡΩΣΗ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΧΑΡΤΩΝ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΠΕΤΑΙ ΕΠΙ ΤΟΠΟΥ ΑΥΤΟΨΙΑ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (ΑΠΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ, ΔΗΜΟ, ΔΑΣΑΡΧΕΙΟ,ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ) ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΑΠΌ ΤΟΝ ΔΑΣΑΡΧΗ ΠΟΥ ΘΑ ΑΠΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΕΑΝ ΤΟ ΟΙΚΟΠΕΔΟ ΕΙΝΑΙ ΔΑΣΟΣ Ή ΟΧΙ. ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΞΙΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΟΙΚΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ, ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟ ΤΙ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΔΑΣΙΚΟ Ή ΜΗ, ΤΗΝ ΥΠΟ ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΠΟΛΗΣ, ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΟΥΣ ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΤΙΚΟΥΣ ΔΑΣΙΚΟΥΣ ΧΑΡΤΕΣ.
    Γ) ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΕΚΔΟΣΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΓΙΑ ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥ ΠΡΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΤΟΥ»ΠΑΘΟΝΤΟΣ»ΕΠΕΙΔΗ ΜΕ ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ Ο ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΣ ΥΠΕΣΤΗ ΘΥΜΑ.

  • 19 Ιουλίου 2010, 16:19 | ΜΠΙΜΠΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ. Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.

    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ. Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ. Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.
    ΜΠΙΜΠΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ

  • 19 Ιουλίου 2010, 16:38 | Αρετή Σταυρουλάκη
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Ο Δήμαρχος κ. Βορριάς με εανακοινώσεις του ξεσήκωσε τους πολίτες να αντιγράψουν μαζικά τη γνωμοδότηση του καθηγητή κ. Χλέπα ο οποίος έχει αναλάβει τους καταπατητές της άνοιξης και του αγίου στεφάνου.

    ορίστε η ανακοίνωση του Δήμου:
    «Καλούμε τους δημότες μας να καταθέσουν και οι ίδιοι στην ανωτέρω ηλεκτρονική διεύθυνση αυτό το σημείωμα, ώστε να εκφρασθεί μαζικά και με ενιαίο τρόπο η άποψη των κατοίκων της πόλης μας γι΄ αυτό το καίριας σημασίας ζήτημα, που μας αφορά όλους».

    Η γνωμοδότηση αυτή είναι μεροληπτική καθώς κοιτάει τα συμφέροντα των καταπατητών που πλήρωσαν τα έξοδο για την συγγραφή της και αδιαφορεί για την περιβαλλοντική καταστροφή και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στην περιοχή μας.

    Η πλειοψηφία των πολιτών είναι μαζί σας.

    Αρετή Σταυρουλάκη

  • 19 Ιουλίου 2010, 15:05 | Καραδήμας Κωνσταντίνος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Παρακάτω επαναδημοσιεύω το σχόλιο του Δημάρχου Αγίου Στεφάνου το οποίο και προσυπογράφω.
    Συμπληρώνω δε ότι το οικόπεδο αυτό είχε αγοραστεί το 1949 από την Μητέρα μου συνοδεύονταν δε από Τοπογραφικό Διάγραμμα στο οποίο ήταν χαραγμένες οδοί συγκριμένου πλάτους.
    Για το οικόπεδο αυτό πληρώθηκαν και πληρώνονται φόροι όλων των ειδών που επιβαρύνουν τα ακίνητα όπως Φόρος Κληρονομιάς, Ενιαίο Τέλος Ακινήτων (ΕΤΑΚ) και Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιούσιας (ΦΜΑΠ) στην βάση ότι είναι εντός οικισμού και έχει δυνατότητα δόμησης. Επιπλέον το οικόπεδο είναι στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων.
    Στην περιοχή έχουν χτιστεί εκατοντάδες σπίτια με πράξεις της Διοίκησης κατ’ εφαρμογή των Διατάξεων, θεωρώ δε ότι είναι τουλάχιστον άδικο ακόμα και αντισυνταγματικό να μην τύχουν ιδίας μεταχείρισης τα αδόμητα με τα δομημένα οικόπεδα της ίδιας περιοχής

    Καραδήμας Κωνσταντίνος
    Αρχιτέτων Επ. Καθηγητής ΕΜΠ,
    Σεμιτέλου 9,
    115 28 Αθήνα
    —————————————————-
    Σχόλιο Δημάρχου:
    ΣΧΟΛΙΑ
    ΒΟΡΡΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
    ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

    Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».

    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.

    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του

  • 19 Ιουλίου 2010, 15:54 | Μπούτος Αθανάσιος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά: 0  0

    Το γεγονός ότι έχουμε κτίσει τις κατοικίες μας ακολουθώντας κατά γράμμα όλες τις νομικές διαδικασίες και τις πολεοδομικές υποδείξεις της νομοθεσίας και ότι έχουμε πληρώσει όλους τους απαραίτητους φόρους δεν φαίνεται να συγκινεί το υπουργείο. Συνυπογράφω το σχόλιο του Δημάρχου, θεωρώντας ότι το Άρθρο 24 περιέχει προτάσεις οι οποίες κρίνονται αντισυνταγματικές:
    «Ως προς το άρθρο 24 παρ. 1:
    Το άρθρο αυτό εξαιρεί από τις ρυθμίσεις του μόνο τους οικισμούς που οριοθετήθηκαν με τις διατάξεις των Π.Δ. της 19.7.-25.7.1979 κλπ. και όχι οικισμούς που είχαν οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Πρόκειται για άνιση μεταχείριση σε βάρος οικισμών που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση παλαιότερες διατάξεις. Στην περίπτωση του Δήμου Αγ. Στεφάνου, τα όρια του οικισμού είχαν ήδη προσδιορισθεί από το 1940, ενώ έχει εγκριθεί και Γ.Π.Σ. όπου φαίνονται τα όρια του οικισμού. Ως προς την οριοθέτηση του 1940 επισημαίνονται τα εξής:
    Το ζήτημα της οριοθέτησης των οικισμών προ του 1923 αντιμετωπίζονταν, έμμεσα, από το ίδιο το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, συνοικισμών κλπ.», και μάλιστα από το άρθρο 14 (βλ. ιδίως τις παραγράφους του 4 και 5) :
    «1. Επί των γηπέδων των περιλαμβανομένων εντός ζώνης κειμένης πέριξ των τελευταίων ορίων των κατά τα ανωτέρω εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπονται αι εργασίαι δομήσεως υπό ορισμένους όρους και περιορισμούς ως προς το εμβαδόν και τας διαστάσεις των γηπέδων και τον όγκον των επ’ αυτών ανεγειρομένων κτιρίων, εφαρμοζομένων αναλόγως και ως προς ταύτας των σχετικών διατάξεων του άρθ. 9 .Οι ανωτέρω όροι και περιορισμοί κανονίζονται δια Δ/των, εκδιδομένων μετά γνώμην του συμβουλίου των δημοσίων έργων δι’ εκάστην πόλιν, δύνανται δε να διαφέρωσι κατά τμήματα ζώνης της αυτής πόλεως» (αντικ.παρ.1 από παρ. 5 του άρθρου μόνου του Ν.Δ. της 3/17 Δεκ. 1925).
    2. Εφ’ όσον επί των κατά τα ανωτέρω γηπέδων ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήται αυτών υποχρεούνται εις την ίδρυσιν και συντήρησιν δενδροφυτειών εις ας θέσεις και καθ’ ον τρόποιν θέλει καθορίζει η αρμοδία τεχνική υπηρεσία .
    3. Τα όρια της κατά την προηγουμένην παράγραφον ζώνης καθορίζονται εις εκάστην περίπτωσιν δια Β.Δ/τος, εκδιδομένου μετά γνώμην του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και του συμβουλίου των δημοσίων έργων, εφ’ όσον δε δεν ορίζονται, ως άνω τα ειρημένα όρια, η ζώνη θεωρείται αυτοδικαίως υφισταμένη και έχουσα πλάτος πεντακοσίων μέτρων. Το πλάτος της ζώνης, άπαξ ορισθέν, δύναται να αυξηθή, αλλ’ ουχί και να μειωθή, εν περιπτώσει δ’ επεκτάσεως του σχεδίου εντός της ζώνης θεωρείται και αύτη αυτοδικαίως επεκτεινομένη εν εκάστη θέσει κατά το πλάτος της αντιστοίχου επεκτάσεως του σχεδίου εν τη ιδία θέσει.
    4. Αι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου περί ζωνών ισχύουσι και ως προς τας δυνάμει των μέχρι τούδε ισχυουσών διατάξεων υφισταμένας ζώνας πόλεων κλπ. δύνανται δε να εφαρμόζωνται αναλόγως, εν όλω ή εν μέρει, και επί πόλεων, κωμών και συνοικισμών μη εχουσών έτι εγκεκριμένον σχέδιον. Εν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί.
    5. Δια πάσαν τυχόν αμφιβολίαν ως προς τα όρια και την εν γένει θέσιν ζώνης κατά την εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων του παρόντος Δ/τος, αρμοδία όπως αποφανθή είναι η επί της εφαρμογής αυτού τεχνική υπηρεσία του υπουργείου της Συγκοινωνίας, εν περιπτώσει δ’ ενστάσεως των ενδιαφερομένων κατά των αποφάσεων της υπηρεσίας ταύτης αποφασίζει ανεκκλήτως ο επί της Συγκοινωνίας υπουργός μετά σχετικήν γνώμην του συμβουλίου δημοσίων έργων».
    Είναι προφανές, ότι με τις διατάξεις του στο άρθρο 14, ο νομοθέτης της εποχής, σε μια χώρα που παρουσίαζε πρωτοφανείς ρυθμούς πληθυσμιακής αύξησης εξαιτίας της εισροής προσφύγων και της υψηλής γεννητικότητας του γηγενούς πληθυσμού, ήθελε να ανταποκριθεί στους ταχείς ρυθμούς οικιστικής επέκτασης, οι οποίοι πολύ γρήγορα καθιστούσαν απαρχαιωμένο και εκτός πραγματικότητας το όποιο σχέδιο πόλης, κώμης, συνοικισμού κλπ. Επιπλέον, ενόψει του γεγονότος ότι μόνο μια μικρή μειοψηφία των τότε υφιστάμενων πόλεων/κωμών διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο, προέβλεπε τον καθορισμό μιας τέτοιας ζώνης και σε οικισμούς προϋφιστάμενους του 1923 χωρίς σχέδιο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, για την επείγουσα αναγκαιότητα καθορισμού μιας τέτοιας ζώνης, το γεγονός ότι σε περίπτωση απραξίας ή αδυναμίας ή απλά σκόπιμης παράλειψης της διοίκησης να οριοθετήσει αυτή τη ζώνη με βασιλικό διάταγμα κατά την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 14, τότε τα όρια της ζώνης ορίζονταν από τον ίδιο το νόμο σε 500 μέτρα από τα όρια του σχεδίου. Σε περίπτωση όπου επρόκειτο για οικισμούς χωρίς σχέδιο (όπως ήταν εν προκειμένου και ο οικισμός Μπογιατίου (Αγ.Στεφάνου, αφού το ρυμοτομικό διανομής δεν εκάλυπτε ολόκληρη την έκτασή του), τότε τα όρια της ζώνης ξεκινούσαν από τις οικοδομές που υπήρχαν «εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ.», δηλ. εις τα άκρα του οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
    Ως προς τα εν λόγω άκρα του οικισμού, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 14 όριζε ότι «ως όρια δια τον καθορισμόν της ζώνης λαμβάνονται αι εις τα άκρα της πόλεως, κώμης κλπ. υπάρχουσαι οικοδομαί». Επρόκειτο, δηλ., για πραγματικά περιστατικά, η διαπίστωση των οποίων, ενόψει και των συνθηκών της εποχής, μπορούσε να γίνει μόνον επί τόπου από τις αρμόδιες τεχνικές υπηρεσίες. Την σχετική ευθύνη ανέθετε λοιπόν ρητά ο ίδιος ο νόμος στην τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου επί της Συγκοινωνίας (άρθρο 14 παρ. 5). Είναι προφανές, ότι διαδικαστική αφετηρία και προϋπόθεση για τον καθορισμό της ως άνω ζώνης, σε περίπτωση οικισμού προ του 1923, ήταν καταρχήν η βάσει της υφιστάμενης πραγματικότητας οριοθέτηση του οικισμού από την τεχνική υπηρεσία, δηλ. η διαπίστωση και επίσημη αποτύπωση από την τεχνική υπηρεσία των οικοδομών που υπάρχουν «εις τα άκρα» του συνοικισμού και προσδιορίζουν, σύμφωνα με την ρητή ως άνω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 14, τα όριά του, που αποτελούν συνάμα και σημεία εκκίνησης της πέραν του οικισμού ζώνης. Αφού προσδιορισθούν με αυτό τον τρόπο τα όρια του οικισμού, στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση, δηλ. ο καθορισμός των ορίων της ζώνης με Β.Δ. κατά το άρθρο 14 παρ. 3, σε περίπτωση δε όπου για οποιοδήποτε λόγο δεν καθοριστεί η ζώνη, τότε ισχύει, για τον καθορισμό της ζώνης, το εκ του νόμου πλάτος των 500 μέτρων, από τα κατά την παρ. 5 του άρθρου 14 καθορισθέντα όρια του οικισμού.
    Στην περίπτωση του οικισμού Αγ.Στεφάνου, η κατά νόμο (άρθρ. 14 παρ. 5 Ν.Δ. 1923) αρμόδια τεχνική υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών, δηλ. το Γραφείο Σχεδίου Πόλεων του Υπουργείου Συγκοινωνιών, προσδιόρισε τα όρια του οικισμού με την 12033/8-6-1940 Γ.Σ.Π.Α.Β. πράξη της, βάσει του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν.Δ. του 1923 και της 44130/1939 σχετικής Υπουργικής Απόφασης, εφαρμόζοντας εν προκειμένω πιστά τους όρους, τις προϋποθέσεις και την διαδικασία που ορίζονται στο άρθρου 14 του Ν.Δ. του 1923. Συνεπώς τα όρια του οικισμού προ του 1923 Αγ.Στέφανος έχουν διαπιστωθεί από το 1940 σύμφωνα με το νόμο (άλλωστε η εν λόγω πράξη του ΓΣΠΑΒ ουδέποτε ακυρώθηκε ή ανακλήθηκε), εξακολουθούν δε σε κάθε περίπτωση να παραμένουν ισχυρά και δεσμευτικά για όλες τις δημόσιες αρχές και υπηρεσίες.
    Συνεπώς, δεν είναι συνταγματικά και ηθικά ανεκτή η δυσμενής μεταχείριση, που επιβάλλεται από το άρθρο 24 του εν λόγω σχεδίου νόμου, σε βάρος παλαιών οικισμών προ του 1923 που είχαν ήδη οριοθετηθεί με βάση τις διατάξεις του ν.δ του 1923 και πρέπει να αλλάξει η διατύπωση του προσχεδίου νόμου και να προστεθεί και η δική τους κατηγορία στις περιπτώσεις των οικισμών που εξαιρούνται από τις διατάξεις του.»