Άρθρο 25 Εξωδικαστική επίλυση διαφορών (Άρθρο 25 Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972)

1. Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, σε συνεργασία με την Ε.Ε.Τ.Τ. όπου κρίνεται αναγκαίο, είναι αρμόδιος για την επίλυση των διαφορών μεταξύ παρόχων και καταναλωτών που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος νόμου και αφορούν την εκτέλεση των συμβάσεων.
Οι καταναλωτές και άλλοι τελικοί χρήστες διατηρούν κάθε άλλη δυνατότητα νομικής προστασίας, δικαστικής ή μη, που τους παρέχεται από την έννομη τάξη.
2. Όταν στις διαφορές αυτές της παρ. 1 το ένα τουλάχιστον από τα εμπλεκόμενα μέρη προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, ο Συνήγορος του Καταναλωτή συντονίζει τις προσπάθειές του με τον αντίστοιχο αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους αυτού, προκειμένου να επιτύχουν την επίλυση της διαφοράς.

  • 17 Ιουλίου 2020, 12:38 | Όμιλος ΟΤΕ

    Τα σχόλια του Ομίλου ΟΤΕ για το άρθρο 25 έχουν ως εξής:

    Στην παρ. 1, εδ. α’, προτείνεται να προστεθεί η πρόβλεψη για την αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Καταναλωτή αναφορικά με την επίλυση των διαφορών και των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων (δυνατότητα που περιλαμβάνεται στην παρ. 1 του άρθρου 26 της Οδηγίας) και να αναδιατυπωθεί το εν λόγω εδάφιο ως εξής: «Ο Συνήγορος του Καταναλωτή, σε συνεργασία με την Ε.Ε.Τ.Τ. όπου κρίνεται αναγκαίο, είναι αρμόδιος για την επίλυση των διαφορών μεταξύ παρόχων και καταναλωτών όπως και πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων, που προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος νόμου και αφορούν την εκτέλεση των συμβάσεων». Σημειώνεται ότι αντίστοιχη πρόβλεψη υπάρχει και στο υπό κατάργηση άρθρο 65, παρ. 4 του νόμου 4070/2012.

  • 15 Ιουλίου 2020, 10:52 | ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ ΑΡΧΗ «ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ»

    Η Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Καταναλωτή» έχει ήδη εκθέσει τις απόψεις της επί του θέματος με το με αρ. πρωτ. 54904/28-11-2019 έγγραφό της προς το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Θεωρεί ότι η αρμοδιότητα επίλυσης των διαφορών μεταξύ παρόχων και καταναλωτών που θα προκύπτουν από την εφαρμογή της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/ 1972 και θα αφορούν την εκτέλεση των συμβάσεων πρέπει να ανατεθεί τόσο στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ως φορέα συναινετικής- εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, όσο και στην Ε.Ε.Τ.Τ., ως ρυθμιστική Αρχή του κλάδου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η Ε.Ε.Τ.Τ. σε αντίθεση με τον Συνήγορο του Καταναλωτή διαθέτει κανονιστικές και κυρωτικές αρμοδιότητες, οι οποίες συμβάλλουν στο να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι διατάξεις του δικαίου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, προς όφελος όχι μόνον της προστασίας των Καταναλωτών, αλλά και της εύρυθμης λειτουργίας του κλάδου των τηλεπικοινωνιών συνολικά. Άλλωστε, μεγάλο μέρος των καταναλωτών που καταγγέλλουν πρακτικές των τηλεπικοινωνιακών παρόχων ζητούν εμφατικά την επιβολή κυρώσεων για την αποθάρρυνση παράνομων πρακτικών. Ο Συνήγορος του Καταναλωτή όμως δεν έχει εκ της φύσεως και της αποστολής του τη δυνατότητα να εξετάσει, να αποδεχθεί και να υλοποιήσει το αίτημά τους επιβάλλοντας κυρώσεις. Οι παρατηρήσεις αυτές συνδέονται και με την τεράστια αύξηση των καταγγελιών- αναφορών στον συγκεκριμένο κλάδο. Ο κλάδος των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών παρουσιάζει στατιστικά τη μεγαλύτερη αύξηση καταγγελιών στο σύνολο των εμπορικών κλάδων, γεγονός που αναδεικνύει το πρόβλημα και την παραβατικότητα που υπάρχει και καθιστά ακόμη μεγαλύτερη την ανάγκη η Ε.Ε.Τ.Τ. να είναι αποδέκτης τους ώστε να παρεμβαίνει άμεσα με την επιβολή κυρώσεων, την αφαίρεση αδειών, τη μη έγκριση συμβάσεων, κ.λπ..

    Ωστόσο, όπως προκύπτει και από το λεκτικό της υπό διαβούλευση διάταξης (άρθρο 25 παρ. 1) η πρότασή1 μας, την οποία και επαναφέρουμε, δεν υιοθετήθηκε, παρά το ότι η προς ενσωμάτωση Οδηγία αναφέρει ως πρώτη επιλογή φορέα εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών την εθνική ρυθμιστική αρχή, προφανώς για λόγους συνδεόμενους με τα προαναφερόμενα (επιρροή της κανονιστικής και κυρωτικής αρμοδιότητας στην αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών). Μάλιστα, στην πλειονότητα των κρατών- μελών της Ε.Ε. οι καταναλωτές μπορούν να προσφεύγουν και στις δύο Αρχές, ρυθμιστική και προστασίας του Καταναλωτή με βάση την εξής εύλογη διάκριση: όταν το θιγόμενο από τον καταναλωτή ζήτημα ρυθμίζεται από τη νομοθεσία των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (θέματα που άπτονται του Κανονισμού Γενικών Αδειών, του Κανονισμού Φορητότητας, του Κώδικα Πολυμεσικής Πληροφόρησης, κ.λπ.) η αρμοδιότητα ανήκει στη ρυθμιστική αρχή, ενώ όταν το πρόβλημα άπτεται της νομοθεσίας προστασίας του Καταναλωτή (π.χ. δικαίωμα υπαναχώρησης σε εξ’ αποστάσεως συναπτόμενες συμβάσεις εντός 14 ημερών), η αρμοδιότητα εντοπίζεται στον φορέα προστασίας του Καταναλωτή. Επομένως, με τον διαχωρισμό αυτό οι ρόλοι καθίστανται διακριτοί, ξεκάθαροι και πιο αποτελεσματικοί.

    Επιπλέον, όπως επανειλημμένα έχει τονισθεί, ο Συνήγορος του Καταναλωτή, δεν διαθέτει το απαιτούμενο ειδικό επιστημονικό και διοικητικό προσωπικό, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και τον όγκο των υποθέσεων του κλάδου των Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, σε αντίθεση με την Ε.Ε.Τ.Τ.. Συγκεκριμένα διαθέτει για το σύνολο των εμπορικών κλάδων 25 ειδικούς επιστήμονες και επτά υπαλλήλους γραμματειακής υποστήριξης. Η Ε.Ε.Τ.Τ. διαθέτει 232 άτομα ως προσωπικό, εκ των οποίων 107 ειδικοί επιστήμονες και 101 τακτικοί υπάλληλοι.

    Επιπροσθέτως, επισημαίνουμε για τη διάταξη της δεύτερης παραγράφου του εν λόγω άρθρου (όπου ορίζεται ότι » Όταν στις διαφορές αυτές της παρ. 1 το ένα τουλάχιστον από τα εμπλεκόμενα μέρη προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, ο Συνήγορος του Καταναλωτή συντονίζει τις προσπάθειές του με τον αντίστοιχο αρμόδιο φορέα του κράτους μέλους αυτού, προκειμένου να επιτύχουν την επίλυση της διαφοράς.»), ότι η αρμοδιότητα για διαφορές με στοιχεία διασυνοριακότητας εντός Ε.Ε. ανήκει εκ του νόμου στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή Ελλάδας (άρθρο 22 του ν. 3844/2010, προσαρμογή στην Οδηγία 2006/123) και Κανονισμός 524/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

    Από το 2012, την ευθύνη λειτουργίας του Ε.Κ.Κ. Ελλάδας έχει αναλάβει η Ανεξάρτητη Αρχή «Συνήγορος του Καταναλωτή».

    Κατά συνέπεια πρέπει να τροποποιηθεί και να αντικατασταθεί στη συγκεκριμένη παράγραφο ο φορέας και αντί του Συνηγόρου του Καταναλωτή να είναι το Ευρωπαϊκό Κέντρο Καταναλωτή Ελλάδας.