Άρθρο 78 – Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα

1. Το δεύτερο εδάφιο του Άρθρου 21 του ν. 3389/2005 αντικαθίσταται από τα εξής δυο εδάφια:
«Σε περίπτωση ανεύρεσης αρχαιοτήτων κατά τη διάρκεια της κατασκευής, ο Δημόσιος Φορέας, κατόπιν ειδοποίησης από την Εταιρεία Ειδικού Σκοπού, γνωστοποιεί αυτό στην αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία υποχρεούται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία εξήντα ημερών να υποδείξει τρόπους συνέχισης των εργασιών και να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη διασφάλιση της προστασίας των αρχαιοτήτων. Αν παρέλθει άπρακτη η άνω προθεσμία, η υπόδειξη τρόπων συνέισης και επιτάυνσης των εργασιών καθώς και των απαιτουμενων ενεργειών για τη διασφάλιση της προστασίας των αρχαιοτήτων, περιέρχεται αυτοδικαίως στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς και της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων αντίστοιχα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών. Η Εταιρεία Ειδικού Σκοπού δύναται να ζητήσει, και ο Δημόσιος Φορέας υποχρεούται να χορηγήσει, χρονική παράταση των προβλεπόμενων συμβατικών προθεσμιών ίση με την καθυστέρηση που προκλήθηκε από τη μη συμμόρφωση της αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και την καθυστέρηση που μπορεί να προκύψει για την εκτέλεση των εργασιών που τυχόν απαιτούνται για την προστασία των ευρημάτων. Στην περίπτωση αυτή, η Εταιρεία Ειδικού Σκοπού δικαιούται να ζητήσει την ανόρθωση της ζημίας που τυχόν υπέστη από την καθυστέρηση και η οποία σε περίπτωση άπρακτης προθεσμίας της ανωτέρω συνολικής προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών αρχίζει από την επομένη της εκπνοής της».
2. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του ν. 3389/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η απαλλοτρίωση των ιδιοκτησιών που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των έργων ή την παροχή των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού ή η σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων επ` αυτών, όπου αυτό επιτρέπεται, εξυπηρετούν σκοπούς προφανούς δημόσιας ωφέλειας και θεωρούνται κατεπείγουσες και μείζονος σημασίας.»
3. Το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 23 του ν. 3389/2005 αντικαθίσταται ως εξής:
«Η απαλλοτρίωση κηρύσσεται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.»

  • 17 Σεπτεμβρίου 2019, 15:55 | ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΩΝ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Απόψεις του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων επί του Αναπτυξιακού Πολυνομοσχεδίου

    Όπως και κατά την διαβούλευση επί του Ν. 4608/2019, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων (Σ.Ε.Α.) εκφράζει τις έντονες επιφυλάξεις του επί των σημείων του Ν/Σ που θέτουν ασφυκτικές προθεσμίες στην διαδικασία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης, χωρίς να παρέχονται στις Υπηρεσίες τα αντίστοιχα μέσα προκειμένου οι τελευταίες να είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν. Αποτελεί πάγια άποψη του Συλλόγου ότι ο ενδελεχής έλεγχος από τις Υπηρεσίες του Υπ. Πολιτισμού και Αθλητισμού , και ειδικά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, προφυλάσσει τις επενδύσεις και τα μεγάλα έργα από λανθασμένους σχεδιασμούς, χρονοδιαγράμματα και προϋπολογισμούς και δεν είναι δυνατόν να εντάσσεται σε ενιαίες προθεσμίες.

    Συγκεκριμένα, οι επιφυλάξεις του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων επί του σχεδίου νόμου εντοπίζονται
    Στο Μέρος ΙΔ’, Άρθρο 78 «Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα»:
    Αντικαθίστανται δύο εδάφια στο άρθρο 21 του Ν. 3389/2005 «Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα»: διατηρείται όμοια ασφυκτική προθεσμία εξήντα ημερών για τη διασφάλιση της προστασίας των αρχαιοτήτων, ενώ προβλέπεται ότι με την άπρακτη παρέλευσή της η σχετική αρμοδιότητα περιέρχεται αυτοδικαίως στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς και της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων αντίστοιχα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών.»

    Για τον Σ.Ε.Α., όπως κατ’ επανάληψη έχει υποστηρίξει με ανακοινώσεις του, οι αρχαιότητες και κάθε πολιτιστικό αγαθό δεν αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Αντίθετα, ο εντοπισμός, η ανάδειξη και τελικά η ενσωμάτωση της πολιτιστικής κληρονομιάς στα σύγχρονα έργα τούς προσδίδει προστιθέμενη αξία, όπως άλλωστε έχει συμβεί επανειλημμένως σε μεγάλα έργα, δημόσια και ιδιωτικά, στο παρελθόν. Προϋπόθεση για την ανάδειξη αλλά και την αξιοποίηση αυτής της αξίας είναι η διατήρηση ενός σαφούς και ασφαλούς πλαισίου προστασίας του πολιτιστικού αγαθού αλλά και η εφαρμογή του με τα κατάλληλα μέσα από τους εντεταλμένους δημόσιους λειτουργούς.
    Το προκείμενο Ν/Σ ανατρέπει τη λογική και τη συνεπή σειρά των προτεραιοτήτων. Το πλαίσιο εξασθενίζει και ο δημόσιος λειτουργός θα αντιμετωπίζει πλέον την απειλή των πειθαρχικών κυρώσεων για κάθε καθυστέρηση, ακόμα και αν είναι ανυπαίτια. Δεν ερωτάται, όμως, διαθέτει τα μέσα να ανταποκριθεί στις ασφυκτικές προθεσμίες για την διεκπεραίωση των αιτημάτων; Είναι σε θέση να προβεί εντός της προθεσμίας που θέτει το Ν/Σ στην ανάθεση μιας εργασίας σε εξωτερικό συνεργάτη; Έχει την δυνατότητα να προσλάβει το απαραίτητο προσωπικό, προκειμένου να τεκμηριώσει επαρκώς και εγκαίρως την εισήγησή του; Δύναται να υλοποιήσει όλο το σύνθετο αρχαιολογικό έργο ακόμα και ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας που δεν διαθέτει υπαλλήλους;
    Τα ερωτήματα αυτά και άλλα τόσα δεν απαντώνται στο Ν/Σ, με το οποίο επιδιώκεται η παράκαμψη των Υπηρεσιών και τελικά του ίδιου του Αρχαιολογικού Νόμου.

  • 16 Σεπτεμβρίου 2019, 18:31 | ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Με τη παρ. 4α του άρθρου 196 του ν.4555/2018 (Α’ 133) τροποποιήθηκε το άρθρο 192 του ν.3463/2006 (Κώδικας Δήμων & Κοινοτήτων) ώστε να δίνεται η δυνατότητα στους Δήμους της Χώρας (ΟΤΑ) να εκμισθώνουν τα ακίνητα τους για 99 έτη με σκοπό την ανάπτυξη τουριστικών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την παρ. 17 του άρθρου 6 του ν.2160/1993.
    Καίτοι ο ως άνω νόμος είναι προς την σωστή κατεύθυνση, δεν υπήρξε πρόβλεψη για τις υφιστάμενες, κατά την έναρξη του ν.4555/2018, συμβάσεις εκμίσθωσης ακινήτων ΟΤΑ που συνήθως δεν ξεπερνούν τα 25 έτη κατά μέσο όρο. Το διάστημα αυτό (25 έτη) δεν επαρκή για την βιωσιμότητα των τουριστικών επενδύσεων καθόσον απαιτείται υψηλό κόστος κτιριακών εγκαταστάσεων και εξοπλισμού κυρίως στις κατηγορίες πολυτελών ξενοδοχείων 4 και 5 αστέρων που έχει ανάγκη η χώρα μας.
    Για αυτό προτείνεται να δοθεί η δυνατότητα και στις υφιστάμενες συμβάσεις εκμίσθωσης δημοτικών ακινήτων να υπαχθούν σε μία από τις κατηγορίες της παρ.4 του άρθρου 196 του ν.4555/2018 χωρίς δημοπρασία και με έγκριση του οικείου ΟΤΑ, εφόσον ο μισθωτής προβεί στην κατασκευή ή αναβάθμιση των εγκαταστάσεων του σε ξενοδοχείο 4 ή 5 αστέρων που προάγουν το δημόσιο συμφέρων.
    Το μέτρο αυτό είναι καθαρά αναπτυξιακό και μέσα στο πνεύμα του νομοσχεδίου διότι ρυθμίζει και διευκολύνει έναν μεγάλο αριθμό υφιστάμενων μισθώσεων δημοτικών ακινήτων στα οποία οι μισθωτές επιθυμούν να αναβαθμίσουν ή να επεκτείνουν τις τουριστικές εγκαταστάσεις με ίδια κεφάλαια ή με κεφάλαια από το εξωτερικό (επενδυτές, τράπεζες, funds).