‘Αρθρο 34: Μερική αναστολή της δικηγορικής ιδιότητας

. Οι τακτικοί καθηγητές των σχολών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τελούν σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος. Σ’ αυτούς επιτρέπεται η έκδοση γνωμοδοτήσεων και η παράσταση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις παράστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
2. Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί Βουλευτές ή Ευρωβουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνουν άμεσα οι ίδιοι ή έμμεσα με συνεργάτη τους και να παρίστανται είτε στην προδικασία είτε στην κυρία διαδικασία για υποθέσεις (α) ναρκωτικών, (β) αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και (γ) οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος, η φύση ή ο τρόπος εκτέλεσής του προκαλούν τις ευαισθησίες της κοινής γνώμης.
3. Ο χρόνος της μερικής ή ολικής αναστολής της δικηγορικής υπηρεσίας θεωρείται για την προαγωγή των δικηγόρων και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα ή υποχρεώσεις ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

  • 18 Φεβρουαρίου 2013, 11:51 | Χριστίνα Γκαβογιάννη

    Ο Κώδικας περί Δικηγόρων θα πρέπει να αντιμετωπίζει ισότιμα όλους τους δικηγόρους, χωρίς να εισάγει εμμεσες ή άμεσες διακρίσεις , οι οποίες αυθαίρετα δημιουργούν «τύπους» δικηγορων. Σκοπός του Κώδικα θα πρέπει να είναι η ποιοτικότερη παροχή υπηρεσιών από τον δικηγόρο, με όποια σχέση και εάν αυτές παρέχονται. Συνεπώς, δεν νοείται ο Κώδικας περί Δικηγόρων να προβαίνει, έμμεσα ή άμεσα, σε κατανομή δικηγορικής ύλης.Τέλος, θα ήταν χρήσιμο στο πλαίσιο της διαβούλευσης να δημοσιοποιείται και η δικαιοπολιτική προσέγγιση των προτεινόμενων διατάξεων.

  • 13 Φεβρουαρίου 2013, 18:01 | ΔΤ

    @ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΙΟΓΛΗ
    Σε αυτήν την περίπτωση όμως θα πρέπει να αναφέρει «καθηγητές πρώτης βαθμίδας», προκειμένου να μη δημιουργηθεί σύγχυση με τον ορισμό του άρθρου 1 ν. 4009/2011.

  • 13 Φεβρουαρίου 2013, 12:39 | Αναστασία Γιογλή

    Στην παρ 1 πρέπει να απαλειφθεί η λέξη «τακτικός» (Σύμφωνα με τον ν 4009/2011, δεν υπάρχουν «τακτικοί» καθηγητές)

  • 13 Φεβρουαρίου 2013, 11:30 | Δημήτριος Κουλίκας

    Συμφωνώ απολύτως με τον κ. Αγνό και την εξαιρετική και εμπεριστατωμένη ανάλυσή του, αλλά και την κα Λαμπροπούλου. Ο περιορισμός που αφορά στους τακτικούς Καθηγητές είναι εντελώς αναχρονιστικός, μονόπλευρος και φοβικός. Πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη ότι ο αποκλεισμός πανεπιστημιακών δασκάλων από την πρακτική εφαρμογή του δικαίου δημιουργεί και ζήτημα επάρκειάς τους ως προς την διεξαγωγή των καθηκόντων τους, αφού είναι αδιανόητο να απαιτεί κάποιος από έναν Καθηγητή να διδάξει σε φοιτητές λ.χ. δικονομία, χωρίς να είναι σε θέση να λάβει μέρος ο ίδιος σε μια ποινική διαδικασία και να ενημερωθεί από πρώτο χέρι για τις σύγχρονες εξελίξεις σε νομολογία και πρακτική. Όσο για το αν επιτρέπεται σε άλλες χώρες σε καθηγητές να δικηγορησουν, στην Γερμανία που γνωρίζω επιτρέπεται μια χαρά. Και εκεί οι καθηγητές αμοίβονται με κοντά 10.000 ευρώ, όχι με 1.000 που παίρνουν εδώ.

  • 12 Φεβρουαρίου 2013, 19:45 | Eύα Kληρονόμου

    Η ρύθμιση του άρθρου 34 του Σχεδίου για τη μερική αναστολή της δικηγορικής ιδιότητας είναι πολλαπλά προβληματική.
    Πρώτον, γιατί πρόκειται για προδήλως αντισυνταγματική διάταξη, αφού:
    (i) αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος στο βαθμό που εμποδίζει τους δικηγόρους – καθηγητές νομικών μαθημάτων να ασκήσουν το δικηγορικό λειτούργημά τους ως επάγγελμα,για το οποίο ωστόσο υπόκεινται πλήρως στα νόμιμα βάρη και υποχρεώσεις (εισφορές, κρατήσεις κ.λ.π.),
    (ii) αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος και την αρχή της ισότητας, αφού μόνον οι τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων θα υφίστανται αυτόν τον προκλητικό περιορισμό της δικολογικής αρμοδιότητάς τους σε αντίθεση με τους τακτικούς καθηγητές άλλων επαγγελματικών κλάδων (όπως λ.χ. ιατρών, πολιτικών μηχανικών, αρχιτεκτόνων), οι οποίοι δεν θα περιορίζονται από την αντίστοιχη επαγγελματική νομοθεσία τους,
    (iii)θέτει υπό αμφισβήτηση ακόμα και τις θεμελιακού χαρακτήρα διατάξεις των άρθρων 87 επ. του Συντάγματος που διασφαλίζουν την ανεξαρτησία των δικαστικών προσώπων, εμφανίζοντάς τα ως αδύναμους και ευμετάβλητους κριτές κατά την εκδίκαση των υποθέσεων επί της ουσίας. Είναι, μάλιστα, απορίας άξιο, πώς θα δικαιολογηθεί δικαιοπολιτικά η διαφοροποίηση των αναπληρωτών καθηγητών πανεπιστημίου,οι οποίοι μολονότι έχουν σε πανεπιστημιακό επίπεδο αντίστοιχα καθήκοντα με αυτά των τακτικών καθηγητών,θα μπορούν απρόσκοπτα και άνευ περιορισμών να δικηγορούν.
    Δεύτερον, γιατί προσβάλλει ευθέως το κατοχυρούμενο στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα κάθε διαδίκου να επιλέγει ελεύθερα τον δικηγόρο του σε όλες τις φάσεις της ποινικής ή πολιτικής ή διοικητικής διαδικασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, ο αποκλεισμός παράστασης των δικηγόρων – καθηγητών πανεπιστημίου κατά τη συζήτηση των υποθέσεων ουσίας εμφανίζεται ως απολύτως ανεξήγητος, καθόσον αντιτίθεται ευθέως στην ανάγκη περαιτέρω ανάπτυξης επιστημονικών απόψεων στα δικαστήρια της ουσίας.
    Τρίτον, γιατί δημιουργεί ζήτημα εσωτερικής συστηματικής αντινομίας με σειρά άρθρων του ίδιου Κώδικα, με τα οποία αίρονται ή καταργούνται πλήρως παλαιότεροι περιορισμοί ή απαγορεύσεις παράστασης που συνδέονταν λ.χ. με την «εδαφικότητα» και έχουν ήδη εξοβελισθεί στο όνομα της απελευθέρωσης του δικηγορικού επαγγέλματος. Είναι προδήλως αντιφατικό, άλλωστε, να τίθεται στον νεότερο Κώδικα – που οφείλει να εναρμονίζεται με τις απαιτήσεις της εποχής και το πνεύμα άρσης εμποδίων και περιορισμών άσκησης των επαγγελμάτων – διάταξη με αυστηρότερο περιεχόμενο που οδηγεί σε πλήρη αποκλεισμό της δυνατότητας παράστασης των πανεπιστημιακών δικηγόρων σε δικαστήρια της ουσίας.
    Τέταρτον, γιατί αντιστρατεύεται ευθέως και τις διατάξεις άλλων εννόμων τάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες επηρεάζουν ενόψει του Ευρωπαϊκού Δικαίου και την εγχώρια έννομη τάξη. Έτσι, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γερμανικός Κώδικας Ποινικής Δικονομίας (StPO), με ρητή διάταξή του στην παρ. 138 εδ. 1 αυτού, προβλέπει ότι : «Την υπεράσπιση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων δικαιούνται να αναλάβουν είτε δικηγόροι διορισμένοι σε οποιοδήποτε γερμανικό δικαστήριο, είτε Καθηγητές Νομικής διορισμένοι σε γερμανικό Πανεπιστήμιο». Δηλαδή αρκεί η πανεπιστημιακή ιδιότητα αυτή καθεαυτήν, χωρίς να προσαπαιτείται οι πανεπιστημιακοί συνήγοροι υπεράσπισης να έχουν και την ιδιότητα του δικηγόρου. Έτσι, όμως, υφίσταται δυσμενής διάκριση εις βάρος των ημεδαπών δικηγόρων – καθηγητών, οι οποίοι εμποδίζονται να ασκήσουν τα καθήκοντά τους ως δικηγόροι σε δικαστήρια της ουσίας, σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους Καθηγητές Πανεπιστημίων κρατών-μελών Ε.Ε που έχουν ήδη το δικαίωμα να ασκούν πλήρως το δικηγορικό λειτούργημα στην Ελλάδα.
    Για όλους αυτούς τους λόγους ορθότερο από δικαιοπολιτική αλλά και από συστηματική και δικαιοκρατική άποψη θα ήταν να απαλειφθεί πλήρως η παράγραφος 1 του άρθρου 34. Τα αναφερόμενα περί «αθέμιτου ανταγωνισμού» των πανεπιστημιακών δικηγόρων αποτελούν άτονα και λιποβαρή επιχειρήματα που δεν αρμόζουν ούτε στο σώμα των δικηγόρων ούτε στις ανάγκες της εποχής, η οποία αξιώνει τη συστράτευση του νομικού κόσμου για τη διατήρηση των αξιακών στοιχείων της εφαρμοσμένης νομικής επιστήμης.

  • 12 Φεβρουαρίου 2013, 12:56 | ΖΩΗ ΡΟΥΣΣΟΥ

    «Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί Βουλευτές ή Ευρωβουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνουν άμεσα οι ίδιοι ή έμμεσα με συνεργάτη τους και να παρίστανται είτε στην προδικασία είτε στην κυρία διαδικασία για υποθέσεις (α) ναρκωτικών, (β) αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και (γ) οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος, η φύση ή ο τρόπος εκτέλεσής του προκαλούν τις ευαισθησίες της κοινής γνώμης.»
    Δεν υπάρχουν «καλά» και «κακά» αδικήματα! Είναι αδιανόητος αυτός ο διαχωρισμός. Πως θα διαπιστώνεται η αναστολή; Μήπως τελικά είναι κώλυμα; Κατά τη γνώμη μου πρέπει να αποσυρθεί το άρθρο διότι τότε θα μιλάμε για κατηγορίες δικηγόρων που αναλαμβάνουν καλά και κακά αδικήματα! Το λειτούργημα της υπεράσπισης δεν μπορεί να εξαρτάται από την ιδιότητα του αιρετού!

  • 12 Φεβρουαρίου 2013, 11:14 | ΔΤ

    @ IOYLIOS (ενδεικτικά)
    Το πρόβλημα δεν είναι εάν οι καθηγητές έχουν μεγάλα ή μικρά δικηγορικά γραφεία, αλλά ότι στο κατ’ εξοχήν ελεύθερο επάγγελμα, στο οποίο η εμπιστοσύνη εντολέα- δικηγόρου έχει προέχοντα χαρακτήρα, προτείνονται σειρά περιορισμοί και ασυμβίβαστα, χωρίς προφανή λόγο: καθηγητές, έμμισθοι, απασχολούμενοι στο δημόσιο, δικηγορικές εταιρείες κλπ. Κατά τη λογική σας, όλα αυτά είναι αθέμιτος ανταγωνισμός: είναι, όμως, απλώς ανταγωνισμός! Εάν ένας ιδιώτης θέλει να προσλάβει με έμμισθη εντολή κάποιον που είναι εταίρος σε δικηγορική εταιρεία ή θέλει να αναθέσει ένα πταίσμα σε τακτικό καθηγητή, με ποια λογική ο κώδικας τον εμποδίζει; Για να έχουν απασχόληση και οι υπόλοιποι; Πόθεν προκύπτει ότι σκοπός του Κώδικα είναι η διασφάλιση της απασχόλησης στα ελεύθερα επαγγέλματα;
    Το νόημα δεν είναι να τεθούν πολλοί σε αναστολή, για να αυξηθεί η προς διανομή ύλη στους υπολοίπους. Το επόμενο βήμα (ενδεχομένως επιδοκιμαστέο από ορισμένους σχολιαστές) θα είναι να μοιράζονται κεντροποιημένα οι υποθέσεις, για να μην έχουν άλλοι πολλές και άλλοι λίγες.

  • 12 Φεβρουαρίου 2013, 11:35 | ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

    ΠΟΛΥ ΛΥΠΑΜΑΙ ΠΟΥ ΟΙ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ ΕΠΙΣΤΗΜΙΝΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΑΝ ΕΝΤΕΛΟΔΟΧΟΙ ΤΗΣ ΤΡΟΙΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ. ΠΟΛΥ ΛΥΠΑΜΑΙ ΠΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑΤΑ ΣΕ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΣΧΟΛΙΑΣΟΥΝ ΔΗΘΕΝ ΑΥΤΟΒΟΥΛΩΣ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΠΛΕΟΝ ΟΙ ΕΜΜΙΣΘΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑ!!! ΝΤΡΟΠΗ!!! ΞΕΣΚΙΣΑΤΕ ΤΙΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ. ΞΕΣΚΙΣΑΤΕ ΤΗ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΑΝΕΧΟΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΔΙΚΗΓΟΡΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ (ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΒΕΒΑΙΑ ΣΕ ΕΣΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΣΑΣ). ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΠΛΕΟΝ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ. ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΣΑΣ ΟΥΤΕ ΔΟΥΛΟΙ ΤΗΣ ΤΡΟΙΚΑΣ. ΝΤΡΟΠΗ ΝΑ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΤΕ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ. ΘΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΑΣ.

  • 11 Φεβρουαρίου 2013, 23:01 | IOYLIOS

    Η διάταξη είναι πολύ επιτυχημένη, αλλά θα έπρεπε να καλύπτει όλες τις βαθμίδες και τους Λέκτορες – Επίκουρους – Αναπληρωτές Καθηγητές.
    Επιτέλους, ας διαλέξουν οι πανεπιστημιακοί τι θέλουν. εάν θέλουν να είναι δικηγόροι, ας παραιτηθούν από το πανεπιστημιακό τους αξίωμα.
    Δεν μπορεί σήμερα τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία / εταιρείες στην Ελλάδα να είναι Καθηγητών. τίθενται και θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού. Δηλαδή τους πανεπιστημιακούς, πρέπει να τους βλέπουν οι αίθουσες των δικαστηρίων και να μην τους βλέπουν οι φοιτητές τους; Σε ποια άλλη χώρα συμβαίνει αυτό;

  • 11 Φεβρουαρίου 2013, 20:49 | ΔΤ

    Συμφωνώ με τον κ. Αγνό.
    Η αναστολή για τους Καθηγητές είναι το λιγότερο αναχρονιστική και δεν ανταποκρίνεται πλέον στο ρυθμιστικό της πρότυπο: με τη θέση που αναγνωρίζει η κοινωνία και η πολιτεία στους καθηγητές, είναι πολύ αμφίβολο εάν αυτοί μπορεί να επηρεάσουν δικαστές σε μείζονα βαθμό από ότι για παράδειγμα οι σύμβουλοι του ΔΣΑ.

  • 11 Φεβρουαρίου 2013, 13:08 | Περσεφόνη Λαμπροπουλου

    Απορία προξενεί ο αποκλεισμός των τακτικών καθηγητών των ΑΕΙ από τα δικαστήρια της ουσίας. Προφανώς η αρμόδια για την σύνταξη του σχεδίου επιτροπή είτε θεωρεί ότι δεν υπάρχουν σοβαρά ζητήματα ουσιαστικού δικαίου είτε ότι οι τακτικοί καθηγητές των ΑΕΙ δεν μπορούν να συμβάλουν στην επίλυση αυτών.

    Η παροχή ή μη δικηγορικών υπηρεσιών από τα μέλη ΔΕΠ είναι πιστεύουμε ζήτημα που αφορα τις Πανεπιστημιακές Αρχές. Σημειωτέον ότι
    η οικεία νομοθεσία διακρίνει τα μέλη ΔΕΠ σε πλήρους και αποκλειστικής, πλήρους ή μερικής απασχόλησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την επαγγελματική δραστηριοποίηση του μέλους. Κατά τούτο, η προτεινόμενή διάταξη αγνοεί τις σχετικές διακρίσεις.

    Σε κάθε περίπτωση, πιστεύουμε ότι ο κώδικας περί δικηγόρων πρέπει να ενθαρρύνει την παρουσία καθηγητών ΑΕΙ σε όλες τις βαθμίδες των δικαστηρίων με σκοπό την διαρκή προαγωγή της γνώσης και της επιστήμης.

  • 11 Φεβρουαρίου 2013, 12:04 | Κων/νος Πολυζωγόπουλος

    Ο περιορισμός δεν μπορεί να ισχύει για τις «ατομικές» υποθέσεις του μέλους ΔΕΠ ή της με στενή έννοια οικογένειάς του! Αυτονόητο μεν,αλλά καλό είναι να διευκρινισθεί.

  • 11 Φεβρουαρίου 2013, 10:34 | Κ.Ν.ΚΑΡΛΗΣ

    Η παρ. 2 προβλέπει ορισμένους περιορισμούς για δικηγόρους που έχουν εκλεγεί βουλευτές ή ευρωβουλευτές. Το άρθρο 57 του Συντάγματος προβλέπει την έκδοση ειδικού νόμου που θα καθορίζει επαγγελματικές δραστηριότητες που δεν επιτρέπονται στους βουλευτές. Από την διατύπωση της συνταγματικής διάταξης δεν προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η περιστασιακή ρύθμιση τέτοιων δραστηριοτήτων. Για τους ευρωβουλευτές η οποιαδήποτε απαγόρευση ή περιορισμός είναι αρμοδιότητα των οργάνων και της νομοθεσίας της ΕΕ και κακώς επιχειρείται επέμβαση από τον Έλληνα νομοθέτη.

  • 9 Φεβρουαρίου 2013, 17:30 | Αντώνης Αγνός

    Η διάταξη αυτή αρχικά θεσπίστηκε το 1975, όταν υπήρχαν ελάχιστα πανεπιστήμια στη χώρα μας και ελάχιστοι καθηγητές πανεπιστημίου. Οι καθηγητές αυτοί αντιμετωπίζονταν από συναδέλφους, δικαστές και πελάτες με δέος, ήταν δημόσια πρόσωπα μεγάλης προβολής και απολάμβαναν το σεβασμό και τις τιμές που συνεπαγόταν η θέση αυτή την εποχή εκείνη. Σε ένα περιβάλλον κρατικής τηλεόρασης και ελάχιστων με τα σημερινά δεδομένα ΜΜΕ, ήταν οι μοναδικές αυθεντίες που προβάλλονταν. Η αίγλη που τους περιέβαλε ήταν τέτοια που θα μπορούσε να επηρεάσει ακόμη κι ένα δικαστήριο.
    Η διάταξη αυτή δεν προκαλούσε αντιδράσεις προ 40ετίας διότι οι καθηγητές της εποχής εκείνης δεν είχαν την οικονομική ανάγκη να παρίστανται ενώπιον κατώτερων δικαστηρίων και άλλωστε σπανίως καταδέχονταν.
    Σήμερα όμως, είναι γνωστό ότι δε συντρέχουν οι συνθήκες αυτές. Η τηλεόραση και τα ΜΜΕ προβάλουν ως επιστημονικές αυθεντίες κυρίως άλλους και σπανίως τους καθηγητές. Ο αριθμός των καθηγητών έχει αυξηθεί σημαντικά και η επιρροή των ελλήνων καθηγητών έχει περιοριστεί. Αλλά και τα οικονομικά των καθηγητών έχουν διαφοροποιηθεί στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, με τους πενιχρούς μισθούς στο Δημόσιο και την κρίση στην αγορά. Επομένως η διάταξη είναι σαφώς απαρχαιωμένη και παρωχημένη.

    1. Οι «Επώνυμοι» Δικηγόροι
    Πράγματι, με τη λογική δεν μπορεί να γίνει κατανοητό γιατί άραγε σήμερα θα μπορούσε να επηρεάσει περισσότερο το δικαστήριο ένας καθηγητής πανεπιστημίου και όχι ο πρόεδρος του ΔΣΑ, ένας πασίγνωστος πολιτευόμενος δικηγόρος, ένας πρώην υπουργός, ή πρώην δικαστής ή ακόμη και οποιοσδήποτε από τους γνωστούς δικηγόρους – «σταρ των καναλιών», οι οποίοι εμφανίζονται στα ΜΜΕ συχνά και προβάλλονται ως ειδικοί ή αυθεντίες. Με τη λογική αυτή όλοι οι παραπάνω θα μπορούσαν εξίσου να επηρεάσουν ένα δικαστήριο και έχουν τη δυνατότητα με μόνη την παρουσία τους σε ένα δικαστήριο να στρέψουν τα φώτα της δημοσιότητας σε μια υπόθεση.

    2. Η Σημασία της «Ειδικότητας» κάθε Καθηγητή
    Σε κάθε περίπτωση όμως, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι οι καθηγητές εξακολουθούν να επηρεάζουν με το κύρος της επιστημονικής τους γνώμης ένα χαμηλόβαθμο δικαστή, και πάλι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι θα ήταν ποτέ δυνατό η επιστημονική άποψη ενός καθηγητή π.χ. οικογενειακού δικαίου να επηρεάσει το δικαστή σε μια ποινική υπόθεση ή ενός καθηγητή του διεθνούς δικαίου να επηρεάσει το δικαστή σε μια υπόθεση εργατικού δικαίου. Επομένως η διάταξη αυτή στερείται σε κάθε περίπτωση ερείσματος και δε θα πρέπει να εφαρμόζεται γενικώς.
    Ακόμη λοιπόν κι αν διατηρηθεί η επίμαχη διάταξη, θα πρέπει να γίνει διάκριση και οι καθηγητές να τελούν σε αναστολή άσκησης δικηγορικού λειτουργήματος μόνο εφόσον πρόκειται για δικαστήρια όπου εκδικάζονται υποθέσεις της ειδικότητάς τους.

    3. Η Αντισυνταγματικότητα της επίμαχης Διάταξης
    Πέραν αυτών, θεωρώ ότι η διάταξη αυτή είναι αντισυνταγματική για τους ακόλουθους λόγους:
    3.1. Αντίκειται στο άρθρο 8 και άρθρα 87 επ. του Συντάγματος καθώς στερεί το διάδικο από το φυσικό του δικαστή αλλά και αμφισβητεί ευθέως, αυθαίρετα και αναιτιολόγητα την ανεξαρτησία και ικανότητα των (χαμηλόβαθμων) δικαστών να παραμείνουν ανεπηρέαστοι και ουσιαστικά θεωρεί ότι δεν έχουν τα προσόντα ή/και τα εχέγγυα να καταλήξουν σε δίκαιη κρίση. Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει ότι οι δικαστές γνωρίζουν καλύτερα οι ίδιοι πότε πρέπει να ζητούν εξαίρεση και δε θα πρέπει να διατηρούνται εν ισχύ διατάξεις που υπονοούν ότι οι χαμηλόβαθμοι δικαστές είναι «λίγοι» για να δικάσουν. Πέραν αυτού περιορίζει αδικαιολόγητα και το δικαίωμα του διαδίκου να επιλέγει δικηγόρο.
    3.2. Αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος καθώς εμποδίζει τους δικηγόρους – καθηγητές νομικών μαθημάτων να ασκήσουν το δικηγορικό λειτούργημά τους ως επάγγελμα.
    3.3. Αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος καθώς μόνο οι καθηγητές νομικών μαθημάτων υφίστανται αυτόν τον περιορισμό – τιμωρία. Σε κανέναν άλλο επαγγελματικό κλάδο δεν περιορίζονται λόγω του υψηλού κύρους τους ή των γνώσεών τους οι καθηγητές (π.χ. ιατροί, μηχανικοί κλπ) να ασκήσουν το επάγγελμά τους.