Άρθρο 49 Διαδικασία εποπτικής εξέτασης (Άρθρο 49 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341)

1. Η Αρμόδια Αρχή εξετάζει τις στρατηγικές, τις διεργασίες και τις διαδικασίες υποβολής εκθέσεων που καθιερώνονται από τα Ι.Ε.Σ.Π.-Τ.Ε.Α., προκειμένου να συμμορφωθούν προς διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του Ι.Ε.Σ.Π.- Τ.Ε.Α..
Η εξέταση αυτή λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις στις οποίες λειτουργούν τα Ι.Ε.Σ.Π.-Τ.Ε.Α. και, όπου συντρέχει περίπτωση, τους τρίτους που εκτελούν με εξωτερική ανάθεση βασικές λειτουργίες ή άλλες δραστηριότητες για λογαριασμό τους. Η εξέταση συνίσταται στα ακόλουθα:
α) αξιολόγηση των ποιοτικών απαιτήσεων που σχετίζονται με το σύστημα διακυβέρνησης,
β) αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζει το Ι.Ε.Σ.Π.-Τ.Ε.Α.,
γ) αξιολόγηση της ικανότητας του Ι.Ε.Σ.Π.-Τ.Ε.Α. να αξιολογεί και να διαχειρίζεται τους εν λόγω κινδύνους.
2. Η Αρμόδια Αρχή διαθέτει εργαλεία παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένης της προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, τα οποία της επιτρέπουν να εντοπίζει την επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών σε ένα Ι.Ε.Σ.Π.-Τ.Ε.Α. και να παρακολουθεί τον τρόπο θεραπείας μιας επιδείνωσης.
3. Η Αρμόδια Αρχή απαιτεί από τα Ι.Ε.Σ.Π.-Τ.Ε.Α. να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που εντοπίζονται κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης.
4. Η Αρμόδια Αρχή καθορίζει την ελάχιστη συχνότητα και το αντικείμενο της εξέτασης της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του οικείου Ι.Ε.Σ.Π.-Τ.Ε.Α..

  • 21 Νοεμβρίου 2019, 00:26 | ΚΡΕΜΑΛΗΣ-ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στα άρθρα 49 και 50 δεν εξειδικεύεται η «Αρμόδια Αρχή». Ναι μεν στην Οδηγία αναφέρεται ο όρος «αρμόδιες αρχές», αλλά κανείς αναμένει από τον νόμο την περαιτέρω εξειδίκευση με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και την ελληνική πραγματικότητα (λ.χ. ύπαρξη τριών σχετικών αρμόδιων αρχών: Εθνική Αναλογιστική Αρχή/ Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς/Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων) και όχι την απλή αναπαραγωγή του κειμένου της Οδηγίας στην ελληνική γλώσσα.