Άρθρο 24 – Εξέταση των λόγων απαραδέκτου

1. Εάν δεν συντρέχει κάποιος λόγος απαραδέκτου κατά το άρθρο 4 ή τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 5, η δήλωση γίνεται δεκτή, κοινοποιείται η σχετική απόφαση στον καταθέτη ή τον αντίκλητο αυτού κατά περίπτωση, με μέριμνα της Διεύθυνσης Σημάτων, με κάθε πρόσφορο μέσο, κατά προτίμηση δε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία, ενώ παράλληλα δηµοσιεύεται η σχετική απόφαση στον διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραµµατείας Εµπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, µέσα σε προθεσµία πενήντα (50) ημερών από την ηµεροµηνία κατάθεσης.
2. Εάν από την έρευνα που πραγµατοποιεί η Διεύθυνση Σηµάτων, προκύπτει ότι η καταχώριση του σήµατος είναι απαράδεκτη σύµφωνα µε το άρθρο 4 ή τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 5, για το σύνολο ή µέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών της δήλωσης κατάθεσης, ο καταθέτης καλείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την επομένη της πρόσκλησης, είτε να ανακαλέσει τη δήλωση, είτε να περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματος σε βαθμό που να καθίσταται αυτό παραδεκτό, ή να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
3. Εάν ο καταθέτης περιορίσει την έκταση προστασίας του σήµατος σε βαθµό που να καθίσταται αυτό παραδεκτό, ή εάν οι παρατηρήσεις του κριθούν βάσιµες, η δήλωση γίνεται δεκτή µε απόφαση που δηµοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή µέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή του περιορισµού ή των παρατηρήσεων του καταθέτη.
4. Εάν ο καταθέτης δεν απαντήσει μέσα στην ταχθείσα προθεσμία ή εάν δεν ανακαλέσει τη δήλωσή του ή εάν δεν περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματός του σε βαθμό που να καθίσταται αυτό παραδεκτό ή, τέλος, εάν οι παρατηρήσεις του δεν κριθούν παραδεκτές και βάσιμες, η Διεύθυνση Σημάτων απορρίπτει τη δήλωση, είτε στο σύνολό της, είτε κατά το μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για το οποίο προβλήθηκαν αντιρρήσεις από τη Διεύθυνση. Η απόφαση απόρριψης κοινοποιείται στον καταθέτη ή τον αντίκλητο αυτού, κατά περίπτωση, µε μέριμνα της Διεύθυνσης Σημάτων, με κάθε πρόσφορο μέσο, κατά προτίμηση δε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή με τηλεομοιοτυπία, ενώ παράλληλα δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή.
5. Αρµόδιος για τη διαδικασία της εξέτασης των λόγων απαραδέκτου και τη λήψη απόφασης σχετικά µε την παραδοχή ή απόρριψη της δήλωσης είναι ο εξεταστής, υπάλληλος της Διεύθυνσης Σηµάτων.

  • 25 Ιανουαρίου 2019, 16:31 | Μάνος Μαρκάκης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    1.

    Στο Άρθρο 24 δεν προβλέπεται νομική δυνατότητα στον αιτούντα να κάνει ένσταση απόδειξης ουσιαστικής χρήσης του προγενέστερου σήματος καταχωρισμένου προ πενταετίας. Η εν λόγω έλλειψη άγει σε ανεπίτρεπτη ‘ασυλία’ του προγενέστερου σήματος, παρόλο που η υποχρέωση χρήσης κάθε σήματος εντός πενταετίας αποτελεί θεσμό δημοσίου συμφέροντος, με απώτερο σκοπό τη διαφύλαξη του ελεύθερου ανταγωνισμού και την κατάργηση ενός μη αξιοποιηθέντος μονοπωλίου.

    2.

    Η Υπηρεσία Σημάτων ερευνά αυτεπαγγέλτως όλους τους λόγους σχετικού απαραδέκτου; Η παράγραφος 2 ρητώς αναφέρεται σε όλους («…απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 4 ή τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 5,…»).

    Η Υπηρεσία Σημάτων θα ερευνά στο μέλλον αυτεπαγγέλτως π.χ. και όλα τα μη καταχωρισμένα δικαιώματα του ουσιαστικού συστήματος (π.χ. επί διακριτικών γνωρισμάτων), τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, κτλ;

  • 23 Ιανουαρίου 2019, 21:18 | Δημήτρησ Μπότης
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Ο θεσμός της αυτεπάγγελτης εξέτασης των σχετικών λόγων απαραδέκτου, εκτός του ότι είναι διεθνώς παρωχημένος, παρουσιάζει σοβαρά νομοτεχνικά προβλήματα όπως έχει διατυπωθεί:
    Αφ’ενός μεν η επέκτασή του σε περιπτώσεις σημάτων φήμης (Αρθρο 5 παρ. 1γ) και λοιπών διακριτικών γνωρισμάτων χρησιμοποιουμένων στις συναλλαγές, ή δικαιωμάτων προσωπικότητας κλπ. κατά την έννοια του Αρθρου 5 παρ. 3α, β, γ, δ, ευλόγως εγείρει το ερώτημα των πηγών από τις οποίες η υπηρεσία μπορεί να πληροφορηθεί αυτεπάγγελτα την υπάρξη τέτοιων δικαιωμάτων ή την έκταση της φήμης τους, χωρίς να εγερθούν θέματα ασφάλειας δικαίου, διαφάνειας και επαρκούς αιτιολογίας της εν λόγω αντιρρήσεως.
    Συνεπώς, αν διατηρηθεί η διάταξη θα πρεπει το εύρος της να περιοριστεί στις περιπτώσεις των παραγράφων 1α και β του Αρθρου 5, καθώς είναι γνωστό ότι ιστορικά ο έλεγχος της υπηρεσίας στην πράξη περιορίζεται μόνο στα όμοια σήματα και προϊόντα.
    Κατά δεύτερο λόγο, είναι παράλογο να εγείρεται αντίρρηση με βάση σήματα τα οποία είναι καταχωρισμένα για περισσότερα από πέντε έτη, χωρίς να είναι γνωστό αν αυτά χρησιμοποιούνται δεόντως από τους δικαιούχους τους. Είναι αντιφατικό να υπάρχει η δυνατότητα προβολής ένστασης αχρησίας επί ανακοπών (Αρθρο 28) ή προσβολών (Αρθρο 40)και όχι σε περιπτώσεις αυτεπάγγελτου ελέγχου. Οπως προκύπτει από πάγια νομολογία του ΔΕΚ, η χρήση του σήματος μετά την πενταετή περίοδο χάριτος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση προστασίας στο δικαιούχο του. Είναι συνεπώς οξύμωρο μια Δημόσια Αρχή να προστατεύει δικαιούχους που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους, και μάλιστα εν αγνοία τους ή ακόμη και σε περιπτώσεις που η δικαιούχος επιχείρηση έχει προ πολλού σταματήσει τη δραστηριότητά της, καθώς στην τελευταία περίπτωση ο αιτών δεν δύναται κάν να αιτηθεί την τυχόν συναίνεση ενός πλέον ανύπαρκτου δικαιούχου θπό την έννοια της παρ. 4 του Αρθρου 5.
    Η δυνατότητα του αιτούντος να κινήσει διαδικασία διαγραφής του προβαλλομένου σήματος δεν αποτελεί δικαιολογία, στό μέτρο πού τόσο ο χρόνος εκδίκασής της όσο και το σχετικό κόστος αναιρούν τα όποια οφέλη.
    Προτείνεται συνεπώς είτε η κατάργηση του εν λόγω ελέγχου και η αντικατάστασή του με απλή ειδοποίηση του προγενέστερου δικαιούχου ο οποιος αν θέλει μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή, είτε ο περιορισμός της δυνατότητας έγερσης της αντίρρησης μονο επί σημάτων γιατα οποία δεν έχει παρέλθει η περίοδος χάριτος, είτε να δίδεται η δυνατότητα στόν αιτούντα να προβάλει ένσταση αχρησίας στην οποία περίπτωση η αυτεπάγγελτη αντίρρηση καταπίπτει και υποκαθίσταται από ειδοποίηση του προγενέστερου δικαιούχου.
    Το πιθανό ανεπιχέίρημα ότι ο αυτεπάγγελτος έλεγχος προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και όχι προγενέστερα δικαιώματα δεν είναι πειστικό, στο μέτρο που προσκρούει στην παρ. 4 του Αρθρου 5, σύμφωνα με την οποία η συναίνεση του δικαιούχου αρκεί για να αρθεί το σχετικό κώλυμα.