Άρθρο 4 – Μεικτές δημόσιες συμβάσεις (άρθρο 3 Οδηγίας 2014/24/ΕΕ)

1. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται σε μεικτές συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο διαφορετικά είδη δημοσίων συμβάσεων, το σύνολο των οποίων εμπίπτει στο παρόν Βιβλίο. Οι παράγραφοι 3 έως 5 εφαρμόζονται σε μεικτές συμβάσεις οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δημόσιες συμβάσεις που εμπίπτουν στο παρόν Βιβλίο και συμβάσεις που διέπονται από τις διατάξεις του Βιβλίου II ή/και από άλλο νομικό καθεστώς, όπως οι διατάξεις του ν. 3978/2011 (Α΄ 137) ή/και της οδηγίας 2014/23/ΕΕ (L 94).
2. Οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο δύο ή περισσότερα είδη δημοσίων συμβάσεων (έργα, υπηρεσίες ή προμήθειες) ανατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στο είδος της σύμβασης που χαρακτηρίζει το κύριο αντικείμενο της σχετικής σύμβασης.
Στην περίπτωση μεικτών συμβάσεων που αποτελούνται εν μέρει από υπηρεσίες κατά την έννοια των άρθρων 122 έως 125 και εν μέρει από άλλες υπηρεσίες ή μεικτών συμβάσεων που αποτελούνται εν μέρει από υπηρεσίες και εν μέρει από αγαθά, το κύριο αντικείμενο καθορίζεται σύμφωνα με το ποια από τις εκτιμώμενες αξίες των αντίστοιχων υπηρεσιών ή αγαθών είναι η υψηλότερη.
3. Όταν τα τμήματα μιας συγκεκριμένης σύμβασης μπορούν να διαχωρισθούν αντικειμενικά, εφαρμόζεται η παράγραφος 4. Όταν τα διαφορετικά τμήματα μιας συγκεκριμένης σύμβασης δεν μπορούν να διαχωρισθούν αντικειμενικά, εφαρμόζεται η παράγραφος 6.
Όταν τμήμα μιας συγκεκριμένης σύμβασης καλύπτεται από το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ ή το μέρος δεύτερο του ν. 3978/2011 (Α΄ 137), εφαρμόζεται το άρθρο 16.
4. Σε περίπτωση συμβάσεων με αντικείμενα που εμπίπτουν στο παρόν Βιβλίο και με αντικείμενα που δεν εμπίπτουν σε αυτό, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να επιλέγουν την ανάθεση είτε χωριστών συμβάσεων για τα επιμέρους τμήματα, είτε ενιαίας σύμβασης. Όταν οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν την ανάθεση χωριστών συμβάσεων για τα επιμέρους τμήματα, η απόφαση για το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς καθεμιάς από τις χωριστές αυτές συμβάσεις λαμβάνεται βάσει των χαρακτηριστικών εκάστου τμήματος.
Όταν οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν την ανάθεση ενιαίας σύμβασης, το παρόν Βιβλίο εφαρμόζεται στην προκύπτουσα μεικτή σύμβαση, ανεξαρτήτως της αξίας των τμημάτων που διαφορετικά θα ενέπιπταν σε άλλο νομικό καθεστώς και ανεξαρτήτως του νομικού καθεστώτος από το οποίο θα διέπονταν σε διαφορετική περίπτωση τα τμήματα αυτά, εκτός εάν στο άρθρο 16 ορίζεται διαφορετικά.
Στην περίπτωση μεικτών συμβάσεων που περιέχουν στοιχεία συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών και συμβάσεων παραχώρησης, η μεικτή σύμβαση ανατίθεται σύμφωνα με το παρόν Βιβλίο, υπό τον όρο ότι, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 6, η εκτιμώμενη αξία του τμήματος της σύμβασης που συνιστά σύμβαση εμπίπτουσα στο παρόν Βιβλίο είναι ίση ή ανώτερη από το αντίστοιχο όριο που ορίζεται στο άρθρο 5.
5. Σε περίπτωση συμβάσεων με αντικείμενο δημόσιες συμβάσεις διεπόμενες από το παρόν Βιβλίο και συμβάσεις για την άσκηση δραστηριότητας που διέπεται από τις διατάξεις του Βιβλίου II οι εφαρμοστέοι κανόνες καθορίζονται, κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, σύμφωνα με τα άρθρα 241 και 242.
6. Όταν τα διάφορα τμήματα συγκεκριμένης σύμβασης δεν μπορούν να διαχωρισθούν αντικειμενικά, το ισχύον νομικό καθεστώς καθορίζεται με βάση το κύριο αντικείμενο της εν λόγω σύμβασης. Σε περίπτωση που η σύμβαση αυτή περιλαμβάνει στοιχεία και από δημόσια σύμβαση έργου, το ισχύον νομικό καθεστώς κατά το προηγούμενο εδάφιο, καθορίζεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων της Κεντρικής Αρχής Αγορών της περίπτωσης (α) της παραγράφου 1 του άρθρου 43, για δημόσιες συμβάσεις έργων άνω του ορίου της οδηγίας και για δημόσιες συμβάσεις έργων κάτω του ορίου της οδηγίας μετά από σύμφωνη γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου της αναθέτουσας αρχής, η οποία κοινοποιείται υποχρεωτικά στην ανωτέρω Κεντρική Αρχή Αγορών.

  • 26 Μαρτίου 2016, 11:18 | Πανελλήνιος Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Προστασίας Περιβάλλοντος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Οι ακριβείς και λιτές διατύπωσες στις παρ. 2 και 6 του Άρθρου 3 της Οδηγίας, περιπλέκονται ως μη όφειλε κατά τη γνώμη μας, με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του Άρθρου 4 του Σ/Ν. Σε κάθε περίπτωση απαιτείται αιτιολόγηση του προστιθέμενου εδαφίου.