Άρθρο 87 – Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων (άρθρο 67 Οδηγίας 2014/24/ΕΕ)

1. Με την επιφύλαξη των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικά με την τιμή ορισμένων αγαθών ή την αμοιβή ορισμένων υπηρεσιών, οι αναθέτουσες αρχές βασίζουν την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά.
2. H πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής προσδιορίζεται βάσει της τιμής ή του κόστους, με τη χρήση μιας μεθόδου προσέγγισης κόστους-αποτελεσματικότητας, όπως της κοστολόγησης του κύκλου ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 88 και μπορεί να περιλαμβάνει τη βέλτιστη σχέση ποιότητας – τιμής, η οποία εκτιμάται βάσει κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ποιοτικών, περιβαλλοντικών ή/και κοινωνικών πτυχών που συνδέονται με το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας σύμβασης. Στα κριτήρια αυτά μπορούν να περιλαμβάνονται, για παράδειγμα :
α) η ποιότητα, περιλαμβανομένης της τεχνικής αξίας, τα αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, η προσβασιμότητα, ο σχεδιασμός για όλους τους χρήστες, τα κοινωνικά, περιβαλλοντικά και καινοτόμα χαρακτηριστικά και η εμπορία και οι σχετικοί όροι,
β) η οργάνωση, τα προσόντα και η εμπειρία του προσωπικού στο οποίο ανατίθεται η εκτέλεση της σύμβασης, στην περίπτωση που η ποιότητα του διατεθέντος προσωπικού μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στο επίπεδο εκτέλεσης της σύμβασης, ή
γ) η εξυπηρέτηση μετά την πώληση και η τεχνική υποστήριξη, οι όροι παράδοσης, όπως η ημερομηνία παράδοσης, η διαδικασία και η προθεσμία παράδοσης ή η προθεσμία ολοκλήρωσης.
Το στοιχείο του κόστους δύναται επίσης να λαμβάνει τη μορφή σταθερής τιμής ή κόστους, βάσει του οποίου οι οικονομικοί φορείς θα ανταγωνίζονται αποκλειστικά και μόνο βάσει ποιοτικών κριτηρίων.
3. Τα κριτήρια ανάθεσης θεωρούνται ότι συνδέονται με το αντικείμενο της δημόσιας σύμβασης, εφόσον συνδέονται με τα έργα, τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που θα παρασχεθούν στο πλαίσιο της σύμβασης σε σχέση με οποιαδήποτε πτυχή της και σε οποιοδήποτε από τα στάδια του κύκλου ζωής της, περιλαμβανομένων και των παραγόντων που εμπλέκονται:
α) στη συγκεκριμένη διαδικασία παραγωγής, διάθεσης ή εμπορίας των εν λόγω έργων, αγαθών ή υπηρεσιών, ή
β) στη συγκεκριμένη διαδικασία άλλου σταδίου του κύκλου ζωής της,
έστω και αν οι εν λόγω παράγοντες δεν αποτελούν μέρος της υλικής υπόστασής της.
4. Τα κριτήρια ανάθεσης δεν έχουν ως αποτέλεσμα την παροχή απεριόριστης ελευθερίας επιλογής στην εν λόγω αναθέτουσα αρχή. Διασφαλίζουν τη δυνατότητα αποτελεσματικού ανταγωνισμού και συνοδεύονται από προδιαγραφές που επιτρέπουν την αποτελεσματική επαλήθευση των πληροφοριών που παρέχονται από τους προσφέροντες, προκειμένου να αξιολογείται ο βαθμός συμμόρφωσής τους προς τα κριτήρια ανάθεσης. Εάν υπάρχουν αμφιβολίες, οι αναθέτουσες αρχές επαληθεύουν αποτελεσματικά την ακρίβεια των πληροφοριών και αποδείξεων, τις οποίες παρέχουν οι προσφέροντες.
5. Το κριτήριο ανάθεσης καθορίζεται στα έγγραφα της σύμβασης κατά το άρθρο 48. Η αναθέτουσα αρχή διευκρινίζει στα έγγραφα της σύμβασης και τη σχετική στάθμιση που προσδίδει σε καθένα από τα κριτήρια που έχουν επιλεγεί για τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, εκτός εάν αυτό καθορίζεται μόνο βάσει της τιμής.
Η στάθμιση αυτή μπορεί να εκφράζεται με την πρόβλεψη περιθωρίου διακύμανσης με το κατάλληλο μέγιστο εύρος.
Εάν δεν είναι δυνατή η στάθμιση για αντικειμενικούς λόγους, η αναθέτουσα αρχή επισημαίνει τα κριτήρια με φθίνουσα σειρά σπουδαιότητας.
6. Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά, κατά την παράγραφο 2, εξειδικεύονται κυρίως σε:
α) απασχόληση εργαζομένων που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού κατά την έννοια της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του Ν. 4019/2011 (Α΄ 216), για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών πριν τη συμμετοχή του οικονομικού φορέα σε διαδικασία ανάθεσης δημόσιας σύμβασης,
β) διευκόλυνση της κοινωνικής ή/και εργασιακής ένταξης ατόμων που προέρχονται από ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού,
γ) καταπολέμηση των διακρίσεων ή/και
δ) προαγωγή της ισότητας ανδρών και γυναικών.
7. Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών καθορίζεται οποιαδήποτε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου.
8. Ειδικότερα για τις συμβάσεις προμήθειας αγαθών :
α. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάλογα με τη φύση και το είδος των υπό προμήθεια αγαθών ή των ζητούμενων υπηρεσιών, οι αναθέτουσες αρχές μπορούν να προσδιορίζουν την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά αποκλειστικά βάσει της τιμής.
β. Στην περίπτωση που κριτήριο ανάθεσης έχει οριστεί η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά με βάση τη βέλτιστη σχέση ποιότητας – τιμής κατά το άρθρο 87 και η διαδικασία σύναψης της σύμβασης διενεργείται από κεντρική αρχή αγορών κατά τα άρθρα 40 και 41, τα κριτήρια, οι ομάδες στις οποίες αυτά κατατάσσονται, καθώς και οι συντελεστές βαρύτητας αυτών εγκρίνονται από την κεντρική αρχή αγορών.
γ. Όταν η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά προσδιορίζεται αποκλειστικά βάσει της τιμής, και δεν προβλέπεται η υποβολή τεχνικής προσφοράς ή προβλέπεται η υποβολή της και μόνο ο έλεγχος της πληρότητας και κανονικότητας της, σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων της σύμβασης, τότε για την τελική επιλογή του προμηθευτή ή του παρόχου υπηρεσιών λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή.
δ. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, ισότιμες θεωρούνται οι προσφορές με την ίδια ακριβώς τιμή. Σε περίπτωση ισότιμων προσφορών, η αναθέτουσα αρχή προσκαλεί με σχετικό έγγραφο όλους τους προσφέροντες, που υπέβαλαν τις ισότιμες προσφορές, να υποβάλουν μέσα σε εύλογη προθεσμία, που καθορίζει το αρμόδιο όργανο στη σχετική πρόσκληση και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) και μεγαλύτερη από δέκα (10) ημέρες, βελτιωμένη οικονομική προσφορά σε σφραγισμένο φάκελο και ανάδοχος ανακηρύσσεται ο μειοδότης. Αν και μετά τη διαδικασία αυτή δεν προκύψει μειοδότης, η αναθέτουσα αρχή επιλέγει τον ανάδοχο με κλήρωση. Η κλήρωση γίνεται ενώπιον του αρμοδίου συλλογικού οργάνου και παρουσία των προσφερόντων.
ε. Σε περίπτωση που κριτήριο ανάθεσης είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψή προσφορά και δεν προσδιορίζεται αποκλειστικά βάσει της τιμής, σε περίπτωση ισοδύναμων προσφορών, με την ίδια συνολική τελική βαθμολογία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσφερόντων, στα έγγραφα της σύμβασης πρέπει να ορίζεται ότι η κατακύρωση γίνεται είτε στην προσφορά με την ανώτερη τεχνική βαθμολογία, είτε στην προσφορά με τη χαμηλότερη τιμή, βάσει της σχετικής βαρύτητας του κάθε κριτηρίου, όπως αυτή προκύπτει από την ποσοστιαία αναλογία μεταξύ τους στα έγγραφα της σύμβασης. Σε περίπτωση που οι ισοδύναμες προσφορές έχουν την ίδια τιμή, η αναθέτουσα αρχή καλεί εγγράφως όλους τους προσφέροντες που υπέβαλαν τις προσφορές με την ίδια τιμή να υποβάλουν, μέσα σε εύλογη προθεσμία, που καθορίζει το αρμόδιο όργανο στη σχετική πρόσκληση και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) και μεγαλύτερη από δέκα (10) ημέρες, βελτιωμένη οικονομική προσφορά σε σφραγισμένο φάκελο και ανάδοχος ανακηρύσσεται ο προσφέρων που, βάσει της βελτιωμένης οικονομικής του προσφοράς, υποβάλει τη χαμηλότερη συνολική τιμή. Αν και μετά από τη διαδικασία αυτή δεν προκύψει ανάδοχος, η αναθέτουσα αρχή επιλέγει τον ανάδοχο με κλήρωση. Η κλήρωση γίνεται ενώπιον του αρμοδίου συλλογικού οργάνου και παρουσία των προσφερόντων.

  • Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Στο «Άρθρο 87 – Κριτήρια ανάθεσης των συμβάσεων (άρθρο 67 Οδηγίας 2014/24/ΕΕ)», μετά την παράγραφο 7 να προστεθεί νέα παράγραφος 8 (και φυσικά να αλλάξει η αρίθμηση των υπολοίπων παραγράφων) ως ακολούθως: «8. Ιδιαίτερα επισημαίνεται ότι σε κάθε είδους δημόσιες συμβάσεις η προσβασιμότητα στα άτομα με αναπηρία αποτελεί υποχρέωση και η μη τήρησή της αποτελεί κριτήριο αποκλεισμού».

  • 26 Μαρτίου 2016, 18:02 | αργυρης πλεσιας
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    παράγραφος 6.
    Τα στοιχεία που εξειδικεύουν τα κοινωνικά χαρακτηριστικά είναι όπως τίθενται για τις συμβάσεις που ανατίθενται κατ’ αποκλειστικότητα και για τις οποίες ορίζεται με Υ.Α. ότι θα αποτελούν συγκεκριμένο ποσοστό επί του συνόλου των δημοσίων συμβάσεων. Δεν θεωρείται εύλογη η επέκταση με το υπόψη άρθρο στο σύνολο των συμβάσεων.
    Προτείνεται να διαγραφεί η παράγραφος 6. ή να τεθούν διαφορετικά κριτήρια.