Άρθρο 141: Γενικές Αρχές.

Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από κάθε άλλη.
2. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται από τα Πειθαρχικά Συμβούλια.
3. Η ποινική διαδικασία δεν αναστέλλει την πειθαρχική. Ο πειθαρχικός δικαστής δύναται να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας, έως ότου περατωθεί η ποινική. Σε περίπτωση αθώωσης στη ποινική δίκη, δύναται να επαναληφθεί η πειθαρχική διαδικασία. Πάντως, οι διαπιστώσεις που εμπεριέχονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο βούλευμα, για την ύπαρξη ή μη ορισμένων γεγονότων, γίνονται δεκτές και στην πειθαρχική δίκη.
4. Κανένας δεν διώκεται για δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο και επιβάλλεται μόνο μία πειθαρχική ποινή. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη. Διαφορετική νομική υπαγωγή των ίδιων περιστατικών δεν καθιστά την πειθαρχική αγωγή νέα.
5. Περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου παραπτώματος θεωρούνται ως ενιαίο σύνολο, η βαρύτητα του οποίου λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής.
6. Η χάρη, η αποκατάσταση, καθώς και η με οποιοδήποτε άλλο τρόπο άρση του ποινικώς κολάσιμου της πράξης ή η ολική ή μερική άρση των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.
7. Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, διατάξεις κωδίκων δεοντολογίας και εσωτερικοί κανονισμοί του οικείου δικηγορικού συλλόγου, αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και των Γενικών Συνελεύσεων του Συλλόγου και αποφάσεις της Ολομέλειας των Προέδρων των δικηγορικών συλλόγων της Χώρας, εφαρμόζονται εκείνες οι διατάξεις που είναι ευμενέστερες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για το διωκόμενο.
8. Παραίτηση ή μετάθεση του δικηγόρου πριν από την έναρξη ή κατά την διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης ούτε την εμποδίζει ούτε την καταργεί.

  • 4 Μαρτίου 2013, 14:25 | Σίμος Ι. Σαμαράς
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΝΟΜΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ Ζ΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

    — Γενικά

    Η πειθαρχική δικαιοδοσία των δικηγορικών συλλόγων αποτελεί τη σημαντικότερη αρμοδιότητά τους, καθώς η αποστολή τους με βάση και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι εκείνη των εποπτικών αρχών, κι όχι των συνδικαλιστικών φορέων, όπως πολλοί από τους διοικούντες τους το αντιλαμβάνονται. Εξάλλου οι δικ. σύλλογοι δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν ως φορείς συλλογικής εκπροσώπησης, λόγω της αναγκαστικής συμμετοχής των μελών (άρθ. 89 Α΄ & Β΄ ΠρσχΝ, 193 ΚΔικ), που ως τέτοια αντίκειται στα άρθ. 11 ΕΣΔΑ, 22 §§ 1 & 2 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά & Πολιτικά Δικαιώματα, 12 § 1 Χάρτη Θεμ. Δικαιωμάτων Ευρ. Ένωσης. Παρόλα αυτά, οι συντάκτες του ΠρσχΝ αφιερώνουν στην πειθαρχική δικαιοδοσία, όπως και στη δεοντολογία – που συνιστά τη βάση της – εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό και έκταση διατάξεων. Το Κεφ. Η΄, στο οποίο επιχειρείται να περιληφθούν οι σχετικές διατάξεις με άρθρα έκταση πάνω από μισή σελίδα (άρθ. 140, 141, 143, 145, 148, 149, 153, 158, 160 ΠρσχΝ) ή και πάνω από σελίδα (άρθ. 155 ΠρσχΝ) θα μπορούσε να αναχθεί σε αυτοτελές μέρος κι έτσι να διαιρεθεί σε περισσότερα κεφάλαια, καθώς η διαίρεση σε τμήματα που γίνεται είναι περιορισμένη προς αποφυγή πλήθους διατάξεων, που έτσι καθίστανται ιδιαίτερα εκτεταμένες.

    — Κενά και ελλείψεις

    Σε σύγκριση με τις ρυθμίσεις του Υπαλληλικού Κώδικα για το πειθαρχικό δίκαιο (άρθ. 106-146 Ν. 3528/2007) οι σχετικές ρυθμίσεις του ΠρσχΝ εμφανίζονται εξαιρετικά φτωχές από κάθε άποψη: ως προς το πλήθος, τη διαίρεση, το εύρος των ρυθμιζόμενων ζητημάτων, την ευστοχία των ρυθμίσεων και τη συμφωνία τους με το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς εύκολα από τη σύγκριση των κειμένων. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθούν τα ακόλουθα, που υπάρχουν στον ΥΚ και απουσιάζουν από το ΠρσχΝ: εφαρμογή γενικών αρχών του ποινικού δικαίου (ΥΚ 108), καθήκον δίωξης και τιμωρίας των πειθ. αδικημάτων (ΥΚ 110 § 1), πειθαρχική ανάκριση (ΥΚ 127) κι επιμέρους ανακριτικές πράξεις (ΥΚ 128-133), ρυθμίσεις για τις κοινοποιήσεις στο διωκόμενο (ΥΚ 138), την εκτίμηση των αποδείξεων (ΥΚ 139), το περιεχόμενο της πειθαρχικής απόφασης (ΥΚ 140), ένδικα βοηθήματα και μέσα στην πειθαρχική διαδικασία (ΥΚ 141-143).

    ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 141

    — Ως προς την § 3

    Στην § 3 θίγεται το ζήτημα της σχέσης ποινικής δίκης και πειθαρχικής διαδικασίας κατά τρόπο, όμως ανεπιτυχή. Πρώτα απ’ όλα, δεν λαμβάνεται μέριμνα για την εναρμόνιση της πειθαρχικής διαδικασίας προς την ποινική δίκη, που κακώς υποβαθμίζεται σε διαδικασία για να εξισωθεί αυθαίρετα με την πειθαρχική. Όταν τα περιστατικά που αποτελούν πειθαρχικό αδίκημα τιμωρούνται και ως ποινικό αδίκημα από το ποινικό δικαστήριο, η κρίση δεν μπορεί να διαφοροποιείται ως προς την κατάγνωση της ενοχής, όταν οι προϋποθέσεις είναι κοινές. Όταν κάποιος κρίνεται ένοχος από το ποινικό δικαστήριο, τότε δεν μπορεί να αθωώνεται από το πειθαρχικό όργανο, γιατί με τον τρόπο αυτό αμφισβητείται η δικαιοδοτική κρίση, που, αντίθετα προς την πειθαρχική, έχει τα πλήρη εχέγγυα της απονομής δικαιοσύνης. Αντίστροφα, όταν κάποιος κρίνεται αθώος από το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί για την ίδια κατηγορία να τιμωρείται από το πειθαρχικό όργανο, γιατί τότε παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, που έχει ήδη επιβεβαιωθεί από την ποινική δίκη και κατοχυρώνεται υπερνομοθετικά (άρθ. 6 § 2 ΕΣΔΑ, 14 § 2 ΔΣΑΠΔ, 48 ΧΘΔΕΕ). Τα παραπάνω γίνονται δεκτά από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Εξαίρεση θα μπορούσε να υπάρξει, με βάση και τα πορίσματα της νομολογίας του ΕΔΔΑ, στην περίπτωση της αθώωσης από το ποινικό δικαστήριο λόγω αμφιβολιών ή λόγω τέλεσης του αδικήματος από αμέλεια, όταν αυτό τιμωρείται μόνο από δόλο. Τότε το πειθαρχικό όργανο μπορεί να επιβάλει κύρωση στην πρώτη περίπτωση λόγω ανεπαρκούς δικαιοδοτικής κρίσης και στη δεύτερη με βάση την αμέλεια.

    — Ως προς την § 5

    Σχετικά με το κατ’ εξακολούθηση πειθαρχικό αδίκημα ο νομοθέτης θέτει τον πειθαρχικώς διωκόμενο σε ευμενέστερη αντιμετώπιση απ’ ότι αν διωκόταν ποινικώς, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας (άρθ. 4 § 1 Συντ. & 20 ΧΘΔΕΕ). Και τούτο διότι ενώ κατ’ άρθ. 98 ΠΚ αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή η επιβολή μοναδικής ποινής για το σύνολο των πράξεων του κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, κατ’ εξαίρεση της χωριστά επιβαλλόμενης ποινής για κάθε αξιόποινη πράξη κατ’ άρθ. 94 § 1 ΠΚ, σύμφωνα με τη σχολιαζόμενη ρύθμιση τα περισσότερα ομοειδή πειθαρχικά αδικήματα συνιστούν σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως των ξεχωριστών χαρακτηριστικών κάθε περίπτωσης, ενιαίο σύνολο υποκείμενο σε μόνη πειθαρχική ποινή. Με τον τρόπο αυτό δίνεται κίνητρο αφενός στους επίορκους δικηγόρους να εξακολουθήσουν την παράνομη δραστηριότητά τους, αφού θα απειλούνται μια και μόνη κύρωση, αφετέρου στους πειθαρχικώς κρίνοντες να εφαρμόσουν την κακώς νοούμενη «συναδελφική αλληλεγγύη» επιβάλλονται εξαιρετικά ήπιες κυρώσεις σε επίορκους χάριν συνδικαλιστικών επιδιώξεων, κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν, πολύ απλά εφαρμόζονταν αναλόγως οι ρυθμίσεις του ΠΚ για την επιμέτρηση ποινής επί συρροής εγκλημάτων (ΠΚ 94-98). Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές αυτές λαμβάνονται ρητά υπόψη σε σχετική ρύθμιση του άρθ. 111 ΥΚ, που απουσιάζει, όπως και πολλές άλλες, από το ΠρσχΝ.

    — Ως προς την § 6

    Η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι καταφανώς αντισυνταγματική, κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού προσβάλλει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρμοδιότητα (άρθ. 47 § 1 Συντ.) του Προέδρου της Δημοκρατίας να χαρίζει ποινές και να αίρει τις έννομες συνέπειές τους. Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να υπάρξει χάρη, όταν διατηρούνται οι παρεπόμενες ποινές και κυρώσεις, επιπλέον δεν είναι στα χέρια των συντακτών του ΠρσχΝ να επέμβουν στο συνταγματικό κείμενο.

    — Ως προς την § 8

    Η συγκεκριμένη ρύθμιση υστερεί σημαντικά σε σχέση με την αντίστοιχη του άρθ. 113 ΥΚ. Και τούτο διότι, πρώτον, δεν είναι αυτοτελής, όπως θα έπρεπε, και δεύτερον, δεν λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενες επιβολής κύρωσης προσωρινής ή οριστικής παύσης μετά την παραίτηση, που θα ήταν άχρηστες για κάποιον που έτσι κι αλλιώς στερείται την ιδιότητα του δικηγόρου, ενώ θα μπορούσαν να επιβληθούν κατά μετατροπή σε αυξημένη ποινή προστίμου, όπως προβλέπει το ΥΚ 113 § 2.

    ΣΙΜΟΣ Ι. ΣΑΜΑΡΑΣ – Δικηγόρος
    Υπ. Διδάκτορας Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών
    http://www.nomologio.wordpress.com