Άρθρο 59: Δικαίωμα σε αμοιβή – Ανάλογη Προκαταβολή.

Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. Δικαιούται επίσης να εισπράξει από τον εντολέα του προκαταβολή έναντι της αμοιβής ή των δαπανών του, κατά την έναρξη ή την πρόοδο της εργασίας.

  • 2 Μαρτίου 2013, 21:51 | Κ.Ν.ΚΑΡΛΗΣ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Τα άρθρα 59 – 89 του νομοσχεδίου ουσιαστικά επαναλαμβάνουν με άλλη διατύπωση τις διατάξεις του νδ 3026/54 για τις ελάχιστες αμοιβές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι επαναφέρονται σε ισχύ με άλλη διατύπωση διατάξεις που έχουν καταργηθεί ή πρέπει να καταργηθούν. Η προείσπραξη αμοιβής αρχικά θεσπίσθηκε με κύρωση την ερημοδικία σε περίπτωση μη προσκομίσεως στο δικαστήριο του αντίστοιχου γραμματίου. Τελικά κρίθηκε αντισυνταγματική με απόφαση του ΑΕΔ, αφού είχε προηγηθεί όμοια πάγια νομολογία του ΣτΕ. Στην προσπάθεια διατηρήσεως του αναχρονιστικού αυτού καθεστώτος, το οποίο άλλωστε αντίκειται στις αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού, αναδιατυπώθηκε ως υποχρέωση του δικηγόρου και όχι του διαδίκου με το άρθρο 7 του Ν. 2752/1999. Και μάλιστα συνδέθηκε με τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων, αλλά η σύνδεση αυτή αφορούσε μόνον τις παραστάσεις σε δικαστήρια και συμβόλαια. Οι διατάξεις όμως αυτές που καθιέρωναν ελάχιστες αμοιβές για το σύνολο σχεδόν των διαδικαστικών πράξεων αλλά και εξωδικαστικών ενεργειών ,καταργήθηκαν με το άρθρο 5 του Ν. 3919/2011. Διατηρήθηκαν μόνον κατ’ εξαίρεση οι οριζόμενες στο Κεφάλαιο Ι «Παραστάσεις σε Δικαστήρια» της κ. υ. α. υπ` αριθμ. 1117864 / 2297 / Α 0012 / 7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β`) . Το ίδιο άρθρο προέβλεψε την έκδοση διαφόρων ΠΔ, τα οποία ουδέποτε εκδόθηκαν. Από τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται απαλλαγή από τις καταβολές αυτές, οι οποίες είναι οι ίδιες με αυτές που ίσχυαν όταν οι αμοιβές ήταν υποχρεωτικές, συνάγεται έμμεση διατήρηση του καθεστώτος που καταργήθηκε. Στη συνέχεια με το άρθρο 20 του Ν. 3943/2011 θεσπίσθηκε διάταξη για προκαταβολή φόρου, αλλά πολλά θέματα αφέθηκαν να ρυθμισθούν με ΠΔ, το οποίο πάντως δεν εκδόθηκε. Και με απλή εγκύκλιο του ΥπΟικ, χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και χωρίς δημοσίευση σε ΦΕΚ, την ΠΟΛ. 1026 / 26-01-2012 επαναφέρθηκε σε ισχύ το καταργηθέν καθεστώς του άρθρου 7 του ν. 2753/1997 με την μορφή οδηγιών για την εφαρμογή της παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 3943/2011. Με την γνωμοδότηση αριθμ. 11/VΙ/2011 Της Επιτροπής Ανταγωνισμού (ΦΕΚ τ. Α’ 431/2011) η διατήρηση των λεγόμενων πλέον νόμιμων αμοιβών έγινε αποδεκτή από πλευράς ελευθέρου ανταγωνισμού αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς της επιδίκασης δικαστικών εξόδων και της εκκαθάρισης πινάκων δικηγορικών αμοιβών , οι οποίοι μόνον κρίθηκαν ως λόγοι δημοσίου συμφέροντος (παρ.39 της γνωμοδότησης- βλ και σημείωση 24 της γνωμοδότησης σχετικά με την αιτιολογημένη γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάργηση των υποχρεωτικών αμοιβών). Στην ίδια γνωμοδότηση η Επιτροπή Ανταγωνισμού επισημαίνει τον κίνδυνο το καθεστώς προκαταβολής επί των ποσών αναφοράς που είναι τα ίδια με τα ποσά νόμιμης αμοιβής να λειτουργήσει προς την διαμόρφωση επιπέδου αμοιβών (παρ. 40 επ. της γνωμοδότησης). Με την παράγραφο ΙΓ.1.1.7-8 του Ν. 4093/2012 καταργήθηκε η παράσταση δικηγόρου κατά την σύσταση ΑΕ & ΕΠΕ και διατηρήθηκε για κατηγορίες μεταβίβασης ακινήτων, καταργουμένη ολοσχερώς από 1.1.2014. Με το λεγόμενο Μνημόνιο 2 –Ν. 4046/2012 επιβάλλεται η αποσύνδεση των κάθε είδους εισφορών προς ασφαλιστικά ταμεία, συλλόγους, λογαριασμούς αλληλοβοηθείας καθώς και της φορολογία από τις λεγόμενες νόμιμες αμοιβές ή τιμές αναφοράς. Και παρά τα ανωτέρω με το νομοσχέδιο επαναφέρεται σε ισχύ καθεστώς που έχει καταργηθεί και διατηρούνται διατάξεις που πρέπει να καταργηθούν. Και βέβαια όταν με κάθε πράξη συνδέεται υποχρέωση καταβολής συγκεκριμένου ποσού ή ποσοστού υπέρ των ανωτέρω φορέων αναγκαίως το κόστος παροχής υπηρεσιών προς τον πελάτη αυξάνεται διότι οι καταβολές αυτές άμεσα ή έμμεσα επιρρίπτονται στον πελάτη. Ή άλλως μειώνουν το ποσό που πραγματικά εισπράττει ο δικηγόρος και αναγκαία οδηγούν σε αύξηση της αμοιβής. Αν πρέπει να καταβάλει με διάφορες μορφές και αιτιολογίες ο δικηγόρος το 20% πχ της αμοιβής του, τότε αναγκαστικά αυξάνει την αμοιβή για να καλύψει το επί πλέον κόστος. Δεν έχει σημασία ο σκοπός της καταβολής σε διάφορους φορείς ποσοστών επί της αμοιβής. Το αποτέλεσμα είναι η ώθηση των τιμών προς τα πάνω για να διατηρηθούν κάποιες συνήθειες ή και συμφέροντα. Η παρ. 2 του άρθρου 60, όπως και η αντίστοιχη διάταξη του προηγουμένου σχεδίου, αναφέρεται σε « Παράρτημα Ι». Υποθέτει κανείς ότι αυτό θα είναι αντίστοιχο με την κ. υ. α. υπ` αριθμ. 1117864 / 2297 / Α 0012 / 7.12.2007 (ΦΕΚ 2422 Β`) . Αλλά τα ποσά εκεί δεν έχουν σχέση με το ποσό που πιθανόν να προκύπτει από την εφαρμογή των ποσοστών επί του αντικειμένου της διαφοράς που ορίζεται στα άρθρα 62-75 του σχεδίου. Και όλες οι υποχρεωτικές πληρωμές σε ποια ποσά θα υπολογίζονται τελικά; Σε αυτά του παραρτήματος Ι ή σε αυτά των άρθρων 62-75; Και όσον αφορά τους διανεμητικούς λογαριασμούς, η διατύπωση του άρθρου 63 αναφέρεται σε παρακράτηση, διατύπωση που παραπέμπει στο αναχρονιστικό και ήδη καταργηθέν σύστημα της προκαταβολής της αμοιβής στον Δ. Σύλλογο, από τον οποίο γίνεται παρακράτηση και αποδίδεται το υπόλοιπο στον δικηγόρο. Και διατηρείται η εμφανισθείσα τα τελευταία χρόνια γραφειοκρατική υποχρέωση έγγραφης συμφωνίας. Για ποιο λόγο; Για να αποδείξει ο δικηγόρος στην φορολογική αρχή ότι έλαβε αμοιβή μικρότερη της νόμιμης; Για να εξασφαλίσει αμοιβή μεγαλύτερη της νόμιμης; Επί τόσα έτη που δεν υπήρχε υποχρέωση έγγραφης συμφωνίας υπήρξαν σημαντικά προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν με την τήρηση τύπου; Και αν δεν καταρτισθεί έγγραφη συμφωνία ποια είναι η συνέπεια; Ακυρότητα της εντολής; Και το δικαίωμα επίσχεσης εγγράφων γιατί διατηρείται; Ο πελάτης μπορεί να διαφωνεί για τον χειρισμό της υπόθεσης και να έχει και αξίωση αποζημίωσης και πρέπει παρόλα αυτά να πληρώσει αμοιβή για μπορέσει να αλλάξει δικηγόρο. Και την συνέπεια υφίσταται ο πελάτης γιατί με την επίσχεση των εγγράφων δεν έχει πια δυνατότητα δικαστικής προστασίας σε επόμενα στάδια της δίκης. Συμπερασματικά: τα άρθρα 58-89 δεν πρέπει να περιληφθούν στο νομοσχέδιο και όποια διάταξη έχει παραμείνει που ρυθμίζει τα ίδια θέματα να καταργηθεί. Το ότι ο δικηγόρος δικαιούται αμοιβή από τον πελάτη είναι αυτονόητο και το ζήτημα της προκαταβολής και εξόδων είναι ζήτημα συμφωνίας με τον πελάτη. Δεν χρειάζεται να ορίζεται στο άρθρο 59 το αυτονόητο. Εκτός αν πιστεύει κανείς ότι η αναφορά σε δημόσιους λειτουργούς στο άρθρο 1 οδηγεί σε εντυπώσεις περί δωρεάν παροχής υπηρεσιών δικηγόρου.