Άρθρο 34: Μερική αναστολή της δικηγορικής ιδιότητας.

1. Οι καθηγητές και οι αναπληρωτές καθηγητές των σχολών των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τελούν σε μερική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος. Στους ανωτέρω επιτρέπεται η παροχή γνωμοδοτήσεων και η παράσταση ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Συμβουλίου Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανακριτικών αρχών για κακουργήματα, των Εφετείων, του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου και Μικτού Ορκωτού Εφετείου, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις παράστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.
2. Δικηγόροι που έχουν εκλεγεί Βουλευτές ή Ευρωβουλευτές κατά τη διάρκεια της θητείας τους δεν επιτρέπεται να αναλαμβάνουν άμεσα οι ίδιοι ή έμμεσα με συνεργάτη τους και να παρίστανται είτε στην προδικασία είτε στην κυρία διαδικασία για υποθέσεις (α) ναρκωτικών, (β) αδικημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και (γ) οποιουδήποτε άλλου εγκλήματος, η φύση ή ο τρόπος εκτέλεσής του προκαλούν τις ευαισθησίες της κοινής γνώμης.
3. Ο χρόνος της μερικής ή ολικής αναστολής της δικηγορικής υπηρεσίας θεωρείται για την προαγωγή των δικηγόρων και τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα ή υποχρεώσεις ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

  • 4 Μαρτίου 2013, 13:37 | Eύα Kληρονόμου
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Η διατήρηση στη ρύθμιση του άρθρου 34 του Σχεδίου της μερικής απαγόρευσης άσκησης δικηγορίας στα πρωτοβάθμια πρωτοδικεία και πλημμελειοδικεία από πανεπιστημιακούς παραμένει εκτεθειμένη στα ίδια αναπάντητα επιχειρήματα αντισυνταγματικότητας και εσωτερικής αντινομίας που εκφράστηκαν επ’ αφορμή της προηγούμενης ανάρτησης του Σχεδίου. Διότι η αντίθεση και της προκείμενης ρύθμισης με τα άρθρα 4 και 5 του Συντάγματος, αλλά και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ παραμένει υφιστάμενη και μη δικαιολογήσιμη με νομικά επιχειρήματα. Είναι να απορεί κανείς, μάλιστα, γιατί οι νομικοί εμφανίζονται πάντοτε «βασιλικότεροι του βασιλέως», την ώρα που κανείς πανεπιστημιακός ιατρός ή πολιτικός μηχανικός ή αρχιτέκτονας δεν περιορίζεται από την αντίστοιχη επαγγελματική νομοθεσία του σε σχέση με τις εγχειρίσεις ανάλογα με τη βαρύτητά τους ή αντιστοίχως σε σχέση με τα υπό εκπόνηση σχέδια ανάλογα με την κατάταξή τους. Τοσούτο μάλλον είναι να απορεί κανείς, πώς θα δικαιολογείται υπό το φως της ΕΣΔΑ και των διεθνών κειμένων της ΕΕ ο περιορισμός του δικαιώματος ελεύθερης επιλογής δικηγόρου και ο αποκλεισμός του σε ορισμένα στάδια της ποινικής ή πολιτικής ή διοικητικής διαδικασίας. Και όλα αυτά να συμβαίνουν σε μιά περίοδο που κυριαρχείται από το πνεύμα «άρσης εμποδίων και περιορισμών άσκησης των επαγγελμάτων» και στο πλαίσιο ενός Κώδικα που κατά τα λοιπά «αίρει ή καταργεί πλήρως παλαιότερους περιορισμούς ή απαγορεύσεις παράστασης (λ.χ. λόγω «εδαφικότητας»). Έτσι εχόντων των πραγμάτων ορθότερο είναι ενδοσυστηματικά – αλλά και υπό δικαιοπολιτικό και δικαιοκρατικό πρίσμα – να απαλειφθεί πλήρως η παράγραφος 1 του άρθρου 34.

  • 2 Μαρτίου 2013, 12:09 | Αγγελίδης Π.
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Μήπως πρέπει να υπάρξει προβληματισμός για δύο ουσιώδη, ειδικά στις μέρες μας, θέματα:
    1. Είναι σωστό ο Βουλευτής- Δικηγόρος να μπορεί να ασκεί δικηγορία στην εκλογικής του περιφέρεια?
    2. Είναι σωστό ο Υπουργός-Δικηγόρος να μπορεί να ασκεί δικηγορία?

  • 28 Φεβρουαρίου 2013, 13:14 | Μάρκελλος Πάιερ
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Είναι απίστευτο ότι όλοι έκαναν σχόλια στο προηγούμενο σχέδιο και όμως κανένα από αυτά δεν ελήφθη υπόψη για το 2ο σχέδιο που έχουμε μπορστά μας.
    Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΧΡΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ.
    θα λάβει ακνείς υπόψη τα όσα γράφουμε ή αδίκως ασχολούμαστε;;;;

  • 27 Φεβρουαρίου 2013, 19:24 | Αντώνης Αγνός
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ
    Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε το 1975, όταν υπήρχαν ελάχιστα πανεπιστήμια στη χώρα μας και ελάχιστοι καθηγητές πανεπιστημίου. Οι καθηγητές αυτοί αντιμετωπίζονταν από συναδέλφους, δικαστές και πελάτες με δέος, ήταν «επώνυμοι» και πασίγνωστοι και απολάμβαναν σημαντικής προβολής και αίγλης. Επόμενο ήταν να θεωρείται ότι η αίγλη που τους περιέβαλε μπορούσε να επηρεάσει ακόμη κι ένα δικαστήριο. Στο περιβάλλον αυτό οι καθηγητές της εποχής εκείνης δεν είχαν καν την οικονομική ανάγκη να παρίστανται ενώπιον κατώτερων δικαστηρίων και σπανίως καταδέχονταν.
    Σήμερα όμως, είναι γνωστό ότι δε συντρέχουν οι συνθήκες αυτές. Η τηλεόραση και τα ΜΜΕ προβάλουν ως επιστημονικές αυθεντίες άλλους και όχι τους καθηγητές. Λόγω παγκοσμιοποίησης η επιρροή των ελλήνων καθηγητών έχει περιοριστεί. Αλλά και τα οικονομικά των καθηγητών έχουν διαφοροποιηθεί στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, με τους πενιχρούς μισθούς στο Δημόσιο και την κρίση στην αγορά. Επομένως η διάταξη είναι σαφώς απαρχαιωμένη.
    Αντίθετα, η επίμαχη διάταξη του κώδικα περί δικηγόρων θα είχε νόημα να εφαρμόζεται σε προβεβλημένους δικηγόρους, οι οποίοι εμφανίζονται στα ΜΜΕ συχνά και προβάλλονται ως ειδικοί ή αυθεντίες. Αυτοί πράγματι έχουν τη δυνατότητα να στρέψουν και με μόνη την παρουσία τους σε ένα δικαστήριο, τα φώτα της δημοσιότητας πάνω σε μια υπόθεση και θεωρητικά να επηρεάσουν ένα δικαστήριο. Επίσης αναμφισβήτητα υπάρχουν πολλοί άλλοι που προηγούνται των καθηγητών σε κύρος όπως είναι ο πρόεδρος του ΔΣΑ, πρώην βουλευτές και υπουργοί, πρώην δικαστικοί, οι οποίοι μπορούν χωρίς κανέναν περιορισμό να δικηγορούν.
    Σε κάθε περίπτωση όμως, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι οι καθηγητές εξακολουθούν να επηρεάζουν με το κύρος της επιστημονικής τους γνώμης έναν χαμηλόβαθμο δικαστή, και πάλι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορεί ένας καθηγητής σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο π.χ. Καθηγητής Οικογενειακού Δικαίου να επηρεάσει το δικαστή σε μια ποινική υπόθεση ή ένας καθηγητής του διεθνούς δικαίου σε μια υπόθεση εργατικού δικαίου. Επομένως η διάταξη αυτή στερείται σε κάθε περίπτωση ερείσματος και δε θα πρέπει να εφαρμόζεται γενικώς. Ακόμη λοιπόν κι αν διατηρηθεί θα πρέπει να γίνει διάκριση και οι καθηγητές να τελούν σε αναστολή παράστασης στα χαμηλόβαθμα δικαστήρια μόνο εφόσον πρόκειται για υποθέσεις της ειδικότητάς τους.
    Επίσης ακόμη κι αν θεωρήσει ότι απολαμβάνουν τεράστιου κύρους οι καθηγητές της Νομικής Αθηνών, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς το ίδιο και για τις άλλες νομικές σχολές. επίσης πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν και καθηγητές σε μη νομικές σχολές που είναι δικηγόροι. Ακόμη κι αυτοί δε θα μπορούν να δικηγορούν. Τί νόημα έχει να μην μπορεί π.χ. να δικηγορεί στην Αθήνα ο καθηγητής κοινωνικής πολιτικής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο ή ο καθηγητής πολιτικής οικονομίας στο πανεπιστήμιο Αιγαίου;
    Πέραν αυτών, θεωρώ ότι η διάταξη αυτή είναι αντισυνταγματική για τους ακόλουθους λόγους:
    1. Αντίκειται στο άρθρο 8 και άρθρα 87 επ. του Συντάγματος καθώς στερεί το φυσικό δικαστή αλλά και αμφισβητεί ευθέως την ανεξαρτησία και ικανότητα των (χαμηλόβαθμων) δικαστών να παραμείνουν ανεπηρέαστοι και ουσιαστικά θεωρεί αυθαίρετα ότι δεν έχουν τα προσόντα ή/και τα εχέγγυα να καταλήξουν σε δίκαιη κρίση. Κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει ότι οι δικαστές γνωρίζουν καλύτερα οι ίδιοι πότε πρέπει να ζητούν εξαίρεση και δε θα πρέπει να διατηρούνται εν ισχύ διατάξεις που υπονοούν ότι οι χαμηλόβαθμοι δικαστές είναι «λίγοι» για να δικάσουν. Πέραν αυτού περιορίζει αδικαιολόγητα και το δικαίωμα του διαδίκου να επιλέγει δικηγόρο.
    2. Αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος καθώς εμποδίζει τους καθηγητές νομικών μαθημάτων να ασκήσουν το δικηγορικό λειτούργημά τους ως επάγγελμα.
    3. Αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος καθώς μόνο οι καθηγητές νομικών μαθημάτων υφίστανται αυτόν τον περιορισμό – τιμωρία. Σε κανέναν άλλο επαγγελματικό κλάδο δεν περιορίζονται λόγω του υψηλού κύρους τους ή των γνώσεών τους οι καθηγητές (π.χ. ιατροί, μηχανικοί κλπ) να ασκήσουν το επάγγελμά τους.
    4. Αντίκεται στην ΕΣΔΑ

    ΤΕΛΙΚΑ νομίζω ότι ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΙΚΑΝΟΙ ΝΑ ΚΡΙΝΟΥΝ ΑΠΟ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ ΠΟΤΕ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΖΗΤΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ.

  • 27 Φεβρουαρίου 2013, 18:25 | Αντώνης Αγνός
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    Είναι να απορεί κανείς τί νόημα έχει η Διαβούλευση όταν κανείς δεν τη λαμβάνει υπόψη.
    Αυτό που βλέπουμε είναι η 2η έκδοση του κειμένου.
    Στην 1η έκδοση του κειμένου η μερική αναστολή ίσχυε μόνο για τακτικούς καθηγητές και όχι για αναπληρωτές.
    Παρόλα αυτά υπήρξαν πολλές φωνές διαμαρτυρίας και εμπεριστατωμένες νομικά απόψεις που εκφράστηκαν σχετικά με το ότι η διάταξη που απαγόρευε σε τακτικούς καθηγητές να παρίστανται στα χαμηλόβαθμα διαστήρια είναι αναχρονιστική, φοβική, αντιστυνταγματική, αντίθετη στην ΕΣΔΑ κ.α.
    Μάλιστα κανέα από τα πολλά σχόλια δεν ήταν υπερ της διατήρησης της διάταξης.
    Μετά από αυτά λοιπόν είναι να απορεί κανείς πως αντί να διαγραφεί η απαγόρευση για τους τακτικούς καθηητές εντούτοις στο παρόν 2ο σχέδιο επεκτείνεται και στους αναπληρωτές.
    ΑΝ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΥΠΟΨΗ ΤΟΤΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΤΑ ΝΟΜΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΤΑ ΔΙΑΒΑΖΕΙ…

  • 27 Φεβρουαρίου 2013, 13:17 | Ηλίας Αναγνωστόπουλος
    Το βλέπω Θετικά/Αρνητικά:  

    1. Ο αποκλεισμός των καθηγητών και αναπληρωτών καθηγητών από την παράσταση στα πλημμελειοδικεία δεν έχει καμία δικαιολογία.
    Στα δικαστήρια αυτά εκδικάζονται ενίοτε σοβαρές υποθέσεις με σύνθετα νομικά και αποδεικτικά ζητήματα (π.χ. ναυάγια ή άλλα σοβαρά ατυχήματα, υποθέσεις ιατρικής αμέλειας, χρηματιστηριακά αδικήματα, παράβαση καθήκοντος ή άλλα υπηρεσιακά αδικήματα κ.α.). Η δυνατότητα παράστασης καθηγητών-δικηγόρων σ’ αυτά μόνον ωφέλιμη μπορεί να είναι για το δικαστήριο, τους διαδίκους και την ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Ο αποκλεισμός τους, αντιθέτως, θίγει το δικαίωμα υπερασπίσεως των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται να επιλέγουν καθηγητή ως δικηγόρο τους εάν το επιθυμούν, αλλά και την επαγγελματική ελευθερία των καθηγητών.

    2. Εάν η διάταξη δεν απαλειφθεί, πρέπει να περιληφθεί στο κείμενό της χάριν σαφηνείας ότι η μερική αναστολή ισχύει για τους καθηγητές πλήρους απασχολήσεως και όχι για τους καθηγητές μερικής απασχολήσεως. Οι τελευταίοι αυτοί έχουν ως κύριο επάγγελμά τους την δικηγορία και ως δευτερεύον την διδασκαλία. Γι’ αυτό απασχολούνται μερικώς στο Πανεπιστήμιο και αμείβονται με το 1/3 των αποδοχών των συναδέλφων τους πλήρους απασχολήσεως.
    Η διάταξη πρέπει λοιπόν να συμπληρωθεί ως εξής:
    «Οι καθηγητές και αναπληρωτές καθηγητές πλήρους απασχολήσεως των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης…»